ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βένα Γεωργακοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια μετανάστευση, πιο απελπισμένη, μαζική και ανεξέλεγκτη από ποτέ, συγκλονίζει σήμερα τον κόσμο, μας βάζει όλους στα δύσκολα. Τους καλωσορίζουμε και τους σώζουμε; Τους μαντρώνουμε; Τους διώχνουμε; Οσο κι αν τους καταλαβαίνουμε, στο βάθος έναν φόβο τον έχουμε.

Θυμόμαστε, άραγε, εμείς οι Ελληνες τους δικούς μας μετανάστες καμιά φορά ή μόνο όταν τραγουδάμε Καζαντζίδη, που τελευταία δεν είναι άλλωστε και τόσο μόδα; Υπάρχει έστω και μία οικογένεια που δεν έχει τους δικούς της αγαπημένους στην ξενιτιά, Καναδά, Αμερική και Αυστραλία;

Δεν ξέρω αν το σινεμά μπορεί να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους και πολίτες. Ισως. Αυτή τουλάχιστον είναι η περίπτωση της περίφημης, ιστορικής πια, «Τριλογίας του ξεριζωμού» του Λευτέρη Ξανθόπουλου, σημαντικού σκηνοθέτη και ποιητή. Είναι η προσφορά της «Εφ.Συν.» αυτό το Σάββατο, 7 Ιουλίου, κατά τη γνώμη μου ένα από τα πιο πολύτιμα δώρα της εφημερίδας μας στους αναγνώστες της. Θα ακολουθήσει, το επόμενο Σάββατο, το επίσης διάσημο αλλά δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ του «Καλή πατρίδα, σύντροφε» (1986) για το ελληνικό χωριό Μπελογιάννης της κομμουνιστικής Ουγγαρίας.

Εχουμε γι’ αυτό καιρό. Επείγει μια μικρή βόλτα στα τρία ντοκιμαντέρ τα αφιερωμένα στη μετανάστευση, εξωτερική και εσωτερική, που σημάδεψε τη χώρα από τη δεκαετία του ’60 και μετά. Είναι οι πρώτες δουλειές με τις οποίες ο Λευτέρης Ξανθόπουλος μπήκε στο σινεμά, ξεχώρισε αμέσως, βραβεύτηκε και καθιερώθηκε με το ιδιαίτερο στιλ του, που εξέλιξε στη συνέχεια. Μια λιτή, αλλά μεστή κινηματογραφική γλώσσα, χωρίς σκηνοθετισμούς και φιοριτούρες, χωρίς ιδεολογικές παρεμβάσεις και κατηχήσεις, αλλά γεμάτη σκέψη, αλήθεια και σεβασμό στο θέμα του.

Το dvd ξεκινάει με το ντοκιμαντέρ «Ελληνική Κοινότητα Χαϊδελβέργης», διάρκειας 30 λεπτών, γυρισμένο το 1976. Ο Λευτέρης Ξανθόπουλος, που τα κάνει όλα μόνος του (σενάριο, σκηνοθεσία, μοντάζ), στηρίχτηκε για την παραγωγή στους Ελληνες μετανάστες στη μεγάλη αυτή πόλη της Γερμανίας, από τις πρώτες που τους δέχτηκε μετά την υπογραφή της συμφωνίας του 1960 ανάμεσα στις δύο χώρες.

Οι περισσότεροι, από αυτούς που στέκονται σοβαροί και ειλικρινείς μπροστά στην κάμερα, έχουν ήδη δέκα και δεκαπέντε χρόνια στα εργοστάσια της περιοχής. Μένουν μόνοι τους σε κοιτώνες ή έχουν πάρει και την οικογένειά τους μαζί, τα παιδιά τους μεγαλώνουν στη Γερμανία. Είναι το μεγαλύτερο πρόβλημά τους.

Γιατί χάνουν τη γλώσσα τους, μιλούν καλύτερα τα γερμανικά, υποχρεωμένα να παρακολουθούν κανονικά το γερμανικό σχολείο, ενώ το ελληνικό είναι λίγες ώρες μόνο τη βδομάδα – το κράτος μας ελάχιστα πράγματα κάνει. Τα κλασικά και αναμενόμενα θέματα -η φτώχεια που άφησαν πίσω, η εκμετάλλευση από τους Γερμανούς σε σκληρές, βρόμικες δουλειές, η μοναξιά και τα ψυχολογικά προβλήματα, τα όνειρα επιστροφής- εναλλάσσονται με πιο μαλακές, προσγειωμένες αφηγήσεις.

Τουλάχιστον στη Γερμανία βγαίνει το μεροκάματο, στέλνουν λεφτά στην πατρίδα, τι θα ‘καναν αν είχαν μείνει πίσω; Ο Ξανθόπουλος ολοκληρώνει το ντοκιμαντέρ με ένα γλέντι, χασαποσέρβικα και ποντιακά. Την κλείνει με την εικόνα ενός εργάτη, πλάτη τον βλέπουμε, να περπατάει σε έναν μακρύ, πολύ μακρύ διάδρομο μιας φάμπρικας.

► Το δεύτερο ντοκιμαντέρ της τριλογίας, ο «Γιώργος από τα Σωτηριάνικα» (1978), διάρκειας 47 λεπτών, έχει γράψει μια μικρή ιστορία. Το χρωστάει κατά πολύ στον ψηλό, όμορφο, αρχοντικό, κομψό μέσα στο μακρύ, ακριβό, δερμάτινο παλτό του, ήρωα, που εισάγει στο κινηματογραφικό μας πάνθεον.

Τον Γιώργο Κοζομπόλη, που δυστυχώς πέθανε πέρυσι. Ενα ατίθασο παιδί από τα πανέμορφα αλλά φτωχά Σωτηριάνικα της μεσσηνιακής Μάνης, που κατέληξε μετανάστης στη Χαϊδελβέργη και πέτυχε! Ανοιξε εστιατόριο-νυχτερινό κέντρο, με μπουζούκια και τραγουδιστές, τίγκα στα γύψινα αντίγραφα Καρυάτιδων. Οι Γερμανοί το προτιμούν, πηγαίνουν συχνά να φάνε, ο Ξανθόπουλος πετυχαίνει μερικούς με γλυκά πρόσωπα, δηλώνουν «ευγνώμονες» για τα όσα πρόσφεραν οι γκασταρμπάιτερ στη χώρα τους.

Είναι η άλλη, η καλή πλευρά του ξεριζωμού αυτό το ντοκιμαντέρ, γιατί κάνουν παρέα στον Γιώργο κι άλλοι Ελληνες με μαγαζιά και επιχειρήσεις. Σαν αντίστιξη ο σκηνοθέτης αφήνει την κάμερά του να χαϊδέψει τα άδεια, μίζερα ράφια του παντοπωλείου του χωριού του, που ο Γιώργος επισκέπτεται συχνά. Κονσέρβες, λουκούμια, σπίρτα, κονσέρβες. Η φτώχεια στη Μάνη δεν παλεύεται τη δεκαετία του ’70. Τα χωριά αδειάζουν. Ενα αγοράκι τρέχει μέσα στις ελιές. Θα μπορούσε να είναι ο Γιώργος, είκοσι χρόνια πριν.

►  Το dvd κλείνει με το ντοκιμα- ντέρ «Στα Τουρκοβούνια» (1982), διάρκειας 25 λεπτών. Κατά τη γνώμη μου, είναι η πιο δυνατή θεματικά και προωθημένη κινηματογραφικά ταινία της τριλογίας, κι ας μην αφορά τις φάμπρικες της Γερμανίας.

Ο Ξανθόπουλος στρέφεται στους εσωτερικούς μετανάστες, τους ξεριζωμένους από τα χωριά τους, κυρίως βασανισμένους Ηπειρώτες και Θεσσαλούς, τσαγκάρηδες, οικοδόμους, εργάτες, που αγόρασαν κάποια στιγμή οικόπεδα στα Τουρκοβούνια και άρχισαν ήδη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τον αγώνα τους να στήσουν με νύχια και με δόντια τα αυθαίρετα και τη ζωή τους στον περίφημο οικισμό, που οι ίδιοι βάφτισαν αργότερα «Γεωργίου Παπανδρέου».

Και ο πιο φιλήσυχος ανάμεσά τους έχει κάνει κάμποσους μήνες φυλακή. Οχι μόνο για το αυθαίρετό του. Επειδή η κατσίκα του έτρωγε… δενδρύλλια. Δασαρχείο, αστυνομία, ιδιοκτήτες των γειτονικών νταμαριών τούς κυνηγάνε. Η χούντα τούς καίει τα μισά σπίτια. Αντιστέκονται. «Αυτοί γκρεμίζανε, εμείς χτίζαμε», λένε. Σαν να κλείνουν σε μία φράση τη μοίρα αυτής της χώρας, τη μοίρα μας.