ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ερση Δάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το φεγγαρίσιο πρόσωπο της μικρής Τζόντι Φόστερ στον «Ταξιτζή» (1976) του Σκορσέζε είναι από αυτές τις εικόνες που θα μείνουν ανεξίτηλες, γραμμένες για πάντα στην ιστορία του κινηματογράφου. Το κοριτσάκι ωρίμασε κι έγινε μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του Χόλιγουντ. Είναι γνωστή για την ευστροφία της αλλά και τη σοβαρότητά της.

Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ, ενώ εξελίχτηκε σε εξαιρετική ηθοποιό που δίκαια κέρδισε το Οσκαρ για τη «Σιωπή των αμνών» (1991). Συνεχίζοντας να επιλέγει ταινίες μεγάλου δυναμικού, σαν τις «Επαφή» (1997), «Δωμάτιο πανικού» (2002), «Εκτός εαυτού» (2007), όπως και πολλές άλλες, η Φόστερ παράλληλα έχτιζε τη σκηνοθετική καριέρα της με πρώτο εγχείρημά της τον «Μικρό κ. Τέιτ» (1991).

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 ώς τώρα, επανέρχεται περιοδικά με μια δική της ταινία («Πίσω στο σπίτι για τις διακοπές» 1995, «Ο άλλος μου εαυτός» 2011, «Money monster» 2016). Με εξαίρεση την τελευταία, στη σκηνοθεσία της διαπιστώνουμε μια τάση προς την επεξεργασία δύσκολων οικογενειακών σχέσεων, ίσως σαν απόηχο της δικής της παιδικής ηλικίας όταν, με την καθοδήγηση της μητέρας της, βγήκε στην άγρια αρένα της σόουμπιζ από τριών χρόνων. Ως ηθοποιός, όμως, παραμένει θαρραλέα και περιπετειώδης, πάντα αναζητώντας κάτι καινούργιο.

Στην πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Βρετανού Ντρου Πιρς «Hotel Artemis», που από την ερχόμενη Πέμπτη βγαίνει στις αίθουσες, η 55χρονη Τζόντι Φόστερ παίρνει τον ρόλο μιας ηλικιωμένης νοσοκόμας σε ένα μυστικό νοσοκομείο για εγκληματίες του υπόκοσμου, στο Λος Αντζελες του 2028, σ’ ένα σύμπαν επιστημονικής φαντασίας και δράσης.

• Ο ρόλος σας στο «Ηοtel Artemis» διαφέρει από κάθε άλλον που σας έχουμε δει…

Ωραίο δεν είναι; Μ’ αρέσει η γνησιότητα της ταινίας. Εχω βαρεθεί να βλέπω τα ίδια και τα ίδια των μπλοκμπάστερ. Υπάρχει κάτι ωραίο σ’ αυτόν τον συνδυασμό νοσταλγίας και ατμόσφαιρας Γουόνγκ Καρ Γουάι με το στιλ επιστημονικής φαντασίας, ταινίας τρόμου και με πολύ νεανική ενέργεια. Μου αρέσει πώς ο Ντρου τα εξισορροπεί όλα αυτά. Γι’ αυτό τον λόγο με τράβηξε ο ρόλος, όταν τυχαία έπεσε το μάτι μου στο σενάριο πριν ακόμα αρχίσουν να το προωθούν.

Είμαι τόσο εκλεκτική που καμιά φορά μού παίρνει χρόνια πριν βρω κάτι που να με ενδιαφέρει, αλλά, όταν το βρίσκω, το αναγνωρίζω αμέσως. Και χρειάστηκε να αγωνιστώ για να καταφέρω να μεταμορφωθώ στον χαρακτήρα, όχι απλά να τον υποδυθώ, αλλά να μπορέσω να κατανοήσω τα χρόνια που έζησε αυτή η γυναίκα έχοντας χάσει ένα παιδί, πίνοντας και παίρνοντας ναρκωτικά· να αισθανθώ τον πόνο και την ωμότητα της ζωής της.

• Πέρα από την εσωτερική διαδικασία, πώς πετύχατε τη μεταμόρφωση σε μια γυναίκα πολύ μεγαλύτερή σας;

Εχω μια εξαιρετική μακιγιέζ, την Λόις Μπέργουελ, που ζωγράφιζε με το χέρι της κάθε στοιχείο του μακιγιάζ μου. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό: το βάδισμά μου, το μαξιλαράκι στην κοιλιά, τα κίτρινα δόντια και η λευκή περούκα, όλα συνετέλεσαν στη δημιουργία ενός χαρακτήρα που νομίζω πως δεν έχουμε ξαναδεί στον κινηματογράφο. Μ’ αρέσει να προκαλώ την κατάπληξη του κοινού φτάνοντας ώς τα άκρα, χωρίς όμως να φαίνεται ψεύτικος ο ρόλος.

• Ποια είναι η στάση σας απέναντι στο γήρας; Ζούμε σε ένα περιβάλλον όπου υπάρχει πολλή πίεση να φαινόμαστε νεότεροι, ειδικά στο Χόλιγουντ.

Για όλους εμάς που έχουμε περάσει τα 40, είναι ένα ενδιαφέρον ζήτημα. Εχω διάθεση να συνεχίσω να δουλεύω σαν ηθοποιός καθώς μεγαλώνω. Νομίζω πως υπάρχει πλούτος και τραχύτητα σε ένα πρόσωπο που έχει δει πολλά.

Εξάλλου, δεν είμαι ματαιόδοξη, ούτε στήριξα ποτέ την επιτυχία στο παρουσιαστικό μου. Ημουν πάντα ηθοποιός πρώτα… Η δουλειά μου με ενδιαφέρει πραγματικά και την αντιμετωπίζω με σοβαρότητα, ταυτόχρονα όμως δεν ταυτίζομαι με αυτή. Πρόκειται για δύσκολη διεργασία, για τον κάθε ηθοποιό, γιατί εύκολα ταυτιζόμαστε με την εξωτερική εμφάνισή μας. Χρειάζεται μια ολόκληρη ζωή για να νιώσουμε τη δύναμη να αντισταθούμε στα πρότυπα της μόδας και να μπορέσουμε να φροντίσουμε την ευτυχία και την υγεία μας.

• Η ιστορία εξελίσσεται το 2028 στο Λος Αντζελες. Πιστεύετε ότι υπάρχει περίπτωση να καταλήξει η πόλη έτσι σε δέκα χρόνια;

Βιώνουμε μια σημαντική στιγμή της ιστορίας μας με τα κινήματα κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης, και μάλιστα στην πολιτεία απ’ όπου όλα άρχισαν… Αισθάνομαι ότι η Καλιφόρνια οδηγεί την υπόλοιπη χώρα αυτή τη στιγμή και έχω πεποίθηση ότι τα πράγματα θα καλυτερέψουν στο μέλλον.

• Σας έκανε η ταινία να δείτε την πόλη του Λος Αντζελες διαφορετικά;

Νομίζω ότι επειδή ο Ντρου είναι ξένος ερωτεύτηκε την πόλη παράφορα! Κι εγώ την αγαπώ άλλωστε. Στην ταινία μ’ αρέσει το φόντο με τους φοίνικες και η νοσταλγική ατμόσφαιρα δεκαετίας του ’20. Αναφέρεται στις γειτονιές όπου μεγάλωσα, στην ανατολική μεριά της πόλης, στο Χόλιγουντ, downtown, Σιλβερλέικ και Λος Φελίζ.

• Ωστόσο η πόλη στην ταινία κατακλύζεται από τη βία, κάτι που θα μπορούσε κανείς να εκλάβει μεταφορικά όχι μόνο για την Καλιφόρνια αλλά και για ολόκληρη τη χώρα.

Και τον κόσμο… Νομίζω κι εγώ πως μπορούμε να ερμηνεύσουμε την ταινία αλληγορικά. Οι χαρακτήρες μοιάζουν με αρχετυπικά πρόσωπα που αγωνίζονται να βρουν την ταυτότητά τους, σαν να αποφεύγουν όμως, μανιωδώς, την αλήθεια. Σαν να είναι νεκροί χωρίς να το ξέρουν… Αγωνίζονται να εκτελέσουν τις ιδέες που βάζουν στο μυαλό τους, ενώ στην πραγματικότητα βρίσκονται σε μια κατάσταση λίμπο, την οποία θα έπρεπε να παραδεχτούν. Αν δούμε την ταινία από αυτή την άποψη, αποκτά άλλο νόημα.

• Είπατε ότι έχετε ελπίδες για την Καλιφόρνια. Αισιοδοξείτε το ίδιο και για τις ΗΠΑ;

Διανύουμε μια ενδιαφέρουσα εποχή στην Ιστορία. Νομίζω πως έχουμε την ευκαιρία να καλυτερεύσουμε τους εαυτούς μας. Ετσι, βλέπω και την Καλιφόρνια να παίρνει τη σκυτάλη και να οδηγεί τη χώρα μπροστά.

• Θεωρείτε πως καταφεύγετε εύκολα στο παρελθόν; Νιώθετε νοσταλγία για κάτι;

Ναι, για την πόλη μου, τη χώρα μου, την οικογένειά μου, όλα αυτά που συνετέλεσαν στο να γίνω αυτή που είμαι. Η ομορφιά της νοσταλγίας δεν είναι στην ανάγκη να κάνεις τα πράγματα να γυρίσουν εκεί που ήταν, αλλά στην ανάγκη να συνεχίσεις να βιώνεις την ανάμνησή τους και να διατηρείς ζωντανούς τους δεσμούς με αυτήν.

Για μένα οι αναμνήσεις αυτές έχουν σχέση με την οικογένειά μου. Θυμάμαι τις μέρες που μας οδηγούσε η μαμά μου από το μεξικάνικο στο κινέζικο φαστφουντάδικο. Ημασταν τέσσερα παιδιά και όλα θέλαμε διαφορετικό φαγητό.

Στο τέλος καθόμασταν στο αυτοκίνητο και τρώγαμε ο καθένας το δικό του. Η μαμά μου μάς πήγαινε με το αυτοκίνητο στις διάφορες γειτονιές και μας έδειχνε τα σπίτια ενώ εμείς τρώγαμε φαγητό και παγωτό. Φυσικά δεν θα ήθελα να ξαναγυρίσω εκεί, πρόκειται όμως για μια αναφορά στη ζωή μου.

• Εχετε πει πως από μικρή σάς έλεγαν πως έχετε ηγετική προσωπικότητα. Διατηρείτε πάντα την αποφασιστικότητά σας;

Ναι, αλλά αυτό είναι καλό και κακό. Μπορεί να το παρακάνω με τον έλεγχο, τα παιδιά μου παραπονιούνται συνέχεια και προσπαθώ να αλλάξω ως προς αυτό. Μάλιστα προσπαθώ να αλλάξω αυτή την τάση και στη δουλειά γιατί, στη σκηνοθεσία, προσπαθείς πάντα να εξισορροπήσεις δύο κίνητρα.

Το πρώτο αφορά την επιθυμία να έχεις λύση για κάθε πρόβλημα, τον προγραμματισμό και την αποφασιστικότητα, ενώ το δεύτερο αφορά την καλλιτεχνική ελευθερία όπου αναπτύσσεται η δημιουργική έμπνευση. Πάντα λοιπόν ακροβατώ μεταξύ αυτών των δύο –του να ελέγχω και να απελευθερώνω τους συνεργάτες μου.

• Ποιον ρόλο παίζει η μουσική στη δουλειά σας;

Η μουσική έχει υπάρξει καταλυτικός παράγοντας στη ζωή μου όταν ήμουν νέα αλλά και στη σκηνοθετική δουλειά μου. Μ’ ευχαριστεί πολύ να διαλέγω τα τραγούδια και τους ρυθμούς. Αισθάνομαι ότι στο τέλος μιας ταινίας η μουσική διαγράφει όλα τα σκαμπανεβάσματα και λειτουργεί σαν ζωντανός, καταπραϋντικός οργανισμός.

• Σκοπεύετε να συγκεντρωθείτε περισσότερο στη σκηνοθεσία στο μέλλον;

Πιστεύω ότι πάντα θα διατηρώ μια ισορροπία μεταξύ της υποκριτικής και της σκηνοθεσίας. Σκηνοθέτησα την πρώτη μου ταινία 27 χρόνων και από τότε έχω κάνει μόνο τέσσερις ταινίες. Θα έλεγα ότι 90% ασχολήθηκα με την υποκριτική και μόνο 10% με τη σκηνοθεσία.

Πριν από έξι ή εφτά χρόνια, όμως, αποφάσισα να συγκεντρωθώ περισσότερο στη σκηνοθεσία και το κατάφερα, αν και δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω την υποκριτική μέχρι το τέλος… Υπάρχουν ενδιαφέροντες και ασυνήθιστοι ρόλοι για μεγάλες ηλικίες.

• Η πιο γνωστή ταινία σας ως σκηνοθέτριας παραμένει η πρώτη σας.

Ναι, «Ο μικρός κ. Τέιτ».

• Βλέπετε διαφορά από τότε;

Μεγάλη. Την αγαπώ την ταινία και δεν θα πω ότι είναι ανώριμη, ωστόσο αντικατοπτρίζει αυτό που ήμουν τότε: μια νέα με νεανικές ανησυχίες. Πιστεύω ότι οι πιο πρόσφατες ταινίες μου είναι πολύ πιο ώριμες.

• Πώς βλέπετε το μέλλον του κινηματογράφου, ειδικά τώρα με την άνθηση της τηλεόρασης;

Νομίζω ότι στο μέλλον θα βλέπουμε πολλά πράγματα στα κινητά. Απλώς πρέπει να το αποδεχτούμε. Ως ηθοποιό και καλλιτέχνιδα δεν θα έπρεπε να με νοιάζει το μέσο.

• Να το αποδεχτείτε, εντάξει. Σας αρέσει όμως αυτή η εξέλιξη;

Μια και μιλούσαμε για τη νοσταλγία, πρέπει να πω πως μου λείπει η κοινωνική κατάσταση που υπήρχε στις αίθουσες, η ιδιαίτερη αυτή εμπειρία που σου χάριζε ο κινηματογράφος όταν βλέπαμε μια ταινία απερίσπαστοι. Και δεν μιλώ μόνο για τη μαζική διασκέδαση των μπλοκμπάστερ, αλλά και για ταινίες που σε βάζουν σε σκέψη.

Πολλές από τις εμπειρίες μου στις κινηματογραφικές αίθουσες άλλαξαν τη ζωή μου. Αυτό δεν ισχύει για τη νέα γενιά, ούτε καν για μένα πια. Δεν βλέπω πια ταινίες στις αίθουσες, κι αυτό με στενοχωρεί…

• Σε παλαιότερη συνέντευξη έχετε μιλήσει για την αγάπη σας για τα ξενοδοχεία…

Επειδή δούλευα στον κινηματογράφο όλη μου τη ζωή, μεγάλωσα σε ξενοδοχεία μαζί με τη μαμά μου. Περνούσαμε ώς και δύο μήνες σε ένα ξενοδοχείο. Ψωνίζαμε φαγητό και αφήναμε κάποια πράγματα στο μπαλκόνι, μια και δεν είχαμε ψυγείο, ή κάναμε μπουγάδα και απλώναμε τα ρούχα… προσαρμόζαμε τη ζωή μας.

Η αγαπημένη μου ανάμνηση ήταν σ’ ένα Holiday Inn, όταν ήμουν 12 στο γύρισμα του «Βugsy Malone» στην Αγγλία. Δεν ήταν κανένα όμορφο μέρος, κοντά στο αεροδρόμιο του Χίθροου, με μυρωδιά χλωρίνης και πινγκ πονγκ, αλλά περνούσαμε πολύ ωραία.