Ο Βιμ Βέντερς τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί προς το ντοκιμαντέρ. Με την «Pina», το «Cathedrals of Culture», αλλά και το πιο πρόσφατο «Το Αλάτι της Γης» με αντικείμενο τον φωτογράφο Σεμπαστιάο Σαλγάδο, που θα δούμε τον Μάρτιο στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Με τη νέα του ταινία, ωστόσο, «Everything Will Be Fine», γυρνά ξανά στη μυθοπλασία, κρατώντας κοντά του την καινούργια του ανακάλυψη, το 3D.
Η ταινία παρακολουθεί την ιστορία του Τόμας, επίδοξου συγγραφέα, που διακόπτει βίαια την ισορροπία της ζωής του όταν σε δυστύχημα σκοτώνει ένα μικρό παιδί. Ο Τόμας (Τζέιμς Φράνκο), οι δύο διαδοχικές του σύντροφοι (Ρέιτσελ ΜακΑνταμς και Μαρί-Ζοζέ Κροζ) και η μητέρα του αγοριού (Σαρλότ Γκενσμπούργκ) περνούν τη δεκαετία που ακολουθεί προσπαθώντας να ερμηνεύσουν το συμβάν, να το ξεπεράσουν και να ωριμάσουν συναισθηματικά από αυτό.
Ο Βέντερς φτιάχνει ένα φιλμ άνισο: αισθητικά πανέμορφο, γυρισμένο στα χιονισμένα τοπία του Καναδά και στο γοητευτικό Μόντρεαλ, φωτισμένο σαν από τη φλόγα μιας ζεστής φωτιάς από τον Μπενουά Ντεμπί, προστατευμένο σαν μια χιονόμπαλα, που αφήνει μέσα της να δρουν μόνο οι ήρωες της δικής του ιστορίας, με τα δικά τους κίνητρα και πάθη. Μόνο που το σενάριο μένει παραμελημένο, επιφανειακό, προφανές, μια απλοϊκή ιστορία προτεσταντικής ενοχής κι αποκατάστασης, που δεν καταφέρνει να συναρπάσει το μυαλό και το συναίσθημα όσο τα μάτια.
Το σενάριο, γραμμένο από τον Νορβηγό Μπιορν Ολαφ Γιοχάνεσεν, «συνάντησε» τον Βέντερς με τρόπο ανορθόδοξο: «Το έλαβα απροειδοποίητα, με το ταχυδρομείο», είπε γελώντας ο σκηνοθέτης στη συνέντευξη Τύπου. «Μετά θυμήθηκα ποιος ήταν ο αποστολέας, ένας νεαρός Νορβηγός σεναριογράφος που είχα βραβεύσει χρόνια νωρίτερα στο Σάντανς και του είχα πει, “το επόμενο να μου το στείλεις”. Και μου το έστειλε! Το διάβασα, μου άρεσε κι έτσι ξεκίνησαν 5 χρόνια δουλειάς για το “Everything will be fine”».
Το γεγονός ότι ο Βιμ Βέντερς επέλεξε να χρησιμοποιήσει τη στερεοσκοπική τεχνολογία για ένα «δράμα δωματίου», μια ταινία που δεν είναι περιπέτεια, ούτε παραμύθι, ούτε έχει εφέ και σκηνές δράσης, προκαλεί εντύπωση και απορία. «Συνειδητοποίησα ότι το 3D έχει κι άλλες δυνατότητες εκτός από τη χρήση του στον χώρο και την αρχιτεκτονική. Το να αποτυπώνεις και να προβάλλεις στην οθόνη ένα πρόσωπο σε τρισδιάστατη εικόνα δημιουργεί μια άλλη σχέση με τον θεατή. Τον βοηθά να φτάσει στο βάθος της προσωπικότητας του ήρωα, τον κάνει πιο αληθινό, πιο ορατό στην κάθε του λεπτομέρεια, πιο οικείο και πειστικό, σαν να μπορείς να δεις μέσα του. Οταν έκανα αυτές τις σκέψεις, είχα ήδη στα χέρια μου το σενάριο του “Everything Will Be Fine” και ήταν τέλειο για να πω μια δραματική ανθρώπινη ιστορία με 3D».
Ο Τζέιμς Φράνκο μιλά με σεβασμό και τρυφερότητα για τη συνεργασία του με τον Βέντερς: «Μιλήσαμε πολύ για τον ήρωα. Και στο σετ ο Βιμ είναι πολύ ακριβής σχετικά με τη σύνθεση, το ύφος που θέλει να πετύχει. Ως ηθοποιός, από την άλλη, ένιωθα ότι μου έδινε μεγάλο περιθώριο να αναπτύξω τον ήρωα. Ακόμα κι έτσι, στιγμή δεν έπαψα να νιώθω ότι έπαιζα “έναν ήρωα του Βέντερς”, αλλά αυτή η καθοδήγηση έρχεται με πολύ απαλό άγγιγμα. Είχα την τύχη φέτος να δουλέψω με δύο σπουδαίους Γερμανούς σκηνοθέτες, ο άλλος ήταν ο Βέρνερ Χέρτσογκ στη “Βασίλισσα της Ερήμου”.
Η φήμη του Βέρνερ είναι ότι είναι έντονος στο γύρισμα, ότι η δουλειά μαζί του είναι βασανιστήριο, σαν να παίζεις στο Fear Factor. Με μένα ήταν πολύ ζεστός και συνεργάσιμος. Το κοινό που έχουν αυτοί οι δύο σκηνοθέτες είναι ότι ενδιαφέρονται τρομερά για την εικόνα, δημιουργούν αυτές τις απίστευτες συνθέσεις, γι’ αυτό και οι δυο ταινίες σού κόβουν την ανάσα. Μόνο που ο Βέρνερ κάνει τα πάντα, βρίσκεται μονίμως στο επίκεντρο του γυρίσματος, ακόμα και την κλακέτα χτυπά ο ίδιος. Ενώ ο Βιμ είναι πιο μαλακός, πιο χαμηλών τόνων. Αλλά είναι κι οι δύο απίθανοι συνεργάτες, θα το ξανάκανα στη στιγμή».
Ο τίτλος της ταινίας, αλλά και η εικόνα της παραπέμπουν σε παραμύθι. Καθόλου τυχαία: «Ηθελα ο τίτλος να θυμίζει το “ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα” των παραμυθιών» λέει ο Βέντερς. «Γιατί η ταινία αυτό ακριβώς προσπαθεί να πραγματοποιήσει, τη διαδικασία της θεραπείας, την ίαση, το πώς μπορείς να γιατρευτείς από την πληγή και τι ευθύνη έχεις απέναντι στους αγνώστους, στους ανθρώπους που απλώς σε περιβάλλουν. Ο τίτλος μπορεί, στο σημερινό αυτί, να ακούγεται ειρωνικός. Δεν ισχύει, είναι κυριολεκτικός. Για μένα το κύριο θέμα της ταινίας δεν είναι ο θάνατος, αλλά το αντίθετο. Το πώς τον χειρίζεσαι. Οσο μεγαλώνω, τόσο πιστεύω ότι η ίαση είναι σημαντικό ζήτημα στην εποχή μας. Βλέπουμε πολλές ταινίες για τραύματα, λίγες για θεραπεία. Κι έχει να κάνει και με το πώς συγχωρείς τους άλλους και τον εαυτό σου. Ο χρόνος δεν θεραπεύει, αντίθετα με όσα λέμε. Πρέπει εσύ να κάνεις κάτι για να γιατρευτείς».
Μπορεί ο Βέντερς να βρίσκεται στην Berlinale με αφορμή το «Everything Will Be Fine», αλλά το ίδιο το Φεστιβάλ γιορτάζει με μια ρετροσπεκτίβα τα 70ά γενέθλια του σκηνοθέτη. Πώς νιώθει για αυτή την εκδήλωση αγάπης από την πλευρά της διοργάνωσης; «Μην το θεωρήσετε υπερβολή», λέει, «δεν πρόλαβα να καταλάβω τίποτα, η ταινία τελείωσε κυριολεκτικά πριν από λίγες μέρες, μόλις την Πέμπτη ολοκληρώσαμε τη μουσική με τον Αλεξάντρ Ντεσπλά και το μιξάζ. Οπότε δεν έχω πάρει χαμπάρι πολλά πράγματα. Αλλά σήμερα η ταινία παίχτηκε για σας, νιώθω ότι απελευθερώθηκα. Τώρα, everything will be fine».
