Η κινηματογραφική σεζόν στην Ελλάδα μετρά εποχές: Σεπτέμβριο με Μάιο, απ’ όταν το κοινό δροσίζεται αρκετά για να μπει σε κλειστή αίθουσα, μέχρι τότε που η ζέστη τον σπρώχνει έξω. Κι εκεί ξεκινούν τα θερινά, Μάιο με Σεπτέμβριο, με λίγες επαναλήψεις και πολλές νέες ταινίες με περιορισμένες δυνατότητες.
Οι ελληνικές ταινίες, η εγχώρια παραγωγή, ως επί το πλείστον κάνει σπίτι της την πρώτη σεζόν, τη χειμερινή. Κι αλήθεια φέτος, από τον Σεπτέμβριο ώς τώρα, που πλησιάζουμε σε… τέλος εποχής (παρότι περιμένουμε ακόμα το «Happy Birthday» του Χρίστου Γεωργίου τον Μάιο, τουλάχιστον), βγήκαν στις αίθουσες, σε μεγάλο ή μικρό κύκλωμα, σε συμβατική ή εναλλακτική διανομή, περίπου 40 ελληνικές ταινίες. Κι αν δεν τον καταλάβατε, δεν είστε οι μόνοι.
Το ελληνικό κοινό δεν προτιμά τις ελληνικές ταινίες. Χαρακτηριστικό για το οποίο παραπονιούνται οι περισσότερες βαλκανικές χώρες που, αντίθετα με τη Γαλλία, την Αγγλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία, την Αυστρία, δεν έχουν χτίσει μέσα στα χρόνια μια σταθερή σχέση εμπιστοσύνης του θεατή με τις εγχώριες ταινίες.
Αν στην Ελλάδα πληρώνουμε ακόμα την εσωστρέφεια των ελληνικών ταινιών του 1980, τουλάχιστον το κοινό έχει αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι οι ελληνικές ταινίες είναι δημοφιλείς στο εξωτερικό, βραβεύονται σε μεγάλα φεστιβάλ. Το επόμενο βήμα είναι και να τις δει!
Τη σεζόν 2017-2018, το οκτάμηνο που μας πέρασε, η εμπορικότερη ελληνική ταινία δεν ήταν ο «Καζαντζάκης» του Γιάννη Σμαραγδή, έστω κι αν αυτή είναι η γενική αίσθηση του κόσμου και, επίσης, του ιδίου. Με μικρή διαφορά, ήταν το «The Bachelor 2» (σκηνοθεσία Γιάννης Παπαδάκος), που πέτυχε τις 238.000 εισιτήρια, με τη βιογραφική ταινία του Σμαραγδή να σταματά περίπου 5.000 εισιτήρια πιο χαμηλά, νούμερο βέβαια που μπορεί ν’ ανατραπεί μαζί με τις καλοκαιρινές προβολές της ταινίας.
Αντίθετα, οι παραδοσιακά επιτυχημένες στα ταμεία ταινίες του Στράτου Μαρκίδη, συνήθως ριμέικ κωμωδιών από τη «χρυσή εποχή» της ελληνικής κωμωδίας, συγκεκριμένα «Ο Θησαυρός» και το «Μαζί τα Φάγαμε», που βγήκαν κι οι δυο μέσα σ’ αυτή τη σεζόν, έκαναν περίπου 53.000 και 28.500 εισιτήρια αντίστοιχα, πολύ κατώτερα των προσδοκιών.
Από τις ταινίες των σημαντικών, κριτικά αναγνωρισμένων και πάντα αγαπητών στο κοινό σκηνοθετών, τα πρωτεία κράτησε ο Παντελής Βούλγαρης με «Το τελευταίο σημείωμα», που έφτασε τα 203.000 εισιτήρια, κρατώντας έτσι και τη θέση της τρίτης εμπορικότερης ελληνικής ταινίας της σεζόν, παρόλο που επρόκειτο για ένα ιστορικό δράμα χωρίς περιθώριο κάθαρσης για τον θεατή.
Στην ίδια λογική, ο Τάσος Μπουλμέτης με το «1968», μια ταινία που συνέδεσε το μπάσκετ με την ελληνική ιστορική μνήμη, αλλά με ελαφρότητα στο ύφος της, ξεπέρασε τις 105.000 εισιτήρια. Η χρονιά δεν ήταν κεφάτη για τον Νίκο Περράκη, του οποίου το «Success Story» είδαν 25.000 θεατές, νούμερο μικρό για έναν από τους Ελληνες σκηνοθέτες που κατ’ εξοχήν έχουν καταφέρει στο παρελθόν να ταυτίσουν το εμπορικό με το ποιοτικό, την κωμωδία με την οξυδέρκεια.
Το πείραμα (για τα ελληνικά δεδομένα) του συγκερασμού του δράματος με το mainstream σινεμά δοκίμασε και η (πολυβραβευμένη από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου) «Πολυξένη» της Δώρας Μασκλαβάνου, που πέτυχε τα 5.000 εισιτήρια, παρότι δυνάμει θα μπορούσε να έχει κάνει περισσότερα.
Την πρόθεση της χρυσής τομής εμπορικού και καλλιτεχνικού σινεμά δοκίμασε η «Τζαμάικα» του Ανδρέα Μορφονιού, φέρνοντας μαζί και το κύρος και τη δημοτικότητα των πρωταγωνιστών της, Σπύρου Παπαδόπουλου και Φάνη Μουρατίδη, ωραία προωθητική δουλειά και συμπαθητικές κριτικές και προσέλκυσε το ενδιαφέρον περίπου 55.000 θεατών. Βέβαια, η πραγματικά παραγνωρισμένη, εμπορικών δυνατοτήτων, ελληνική ταινία της σεζόν, ήταν το «Do it Yourself» του Δημήτρη Τσιλιφώνη, που θεωρητικά θα μπορούσε να κάνει ένα δεύτερο κύκλο στις αίθουσες, σαν νέα ταινία.
Η καινούργια επιτυχία της σεζόν ήταν η… εναλλακτική διανομή των ντοκιμαντέρ. Τόσο το «Dolphin Man» του Λευτέρη Χαρίτου (Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου), όσο και ο «Μεγάλος Περίπατος της Αλκης», έκαναν μια θαυμάσια πορεία, βγαίνοντας χωρίς εταιρεία διανομής, σε επαναλαμβανόμενες προβολές φροντισμένες με προσκεκλημένους παρουσιαστές, συζητήσεις, κάποιου είδους «προστιθέμενη αξία» και το κοινό ανταποκρίθηκε με το παραπάνω, γεμίζοντας την αίθουσα.
Το ίδιο μοτίβο, της «εμπλουτισμένης» σε προσωπικό στοιχείο, μικρής διανομής, ακολούθησαν το «Οντως φιλιούνται;» του Γιάννη Κορρέ, που έκανε ένα από τα καλύτερα ανοίγματα (στη μικρή του κλίμακα) ελληνικών ταινιών της σεζόν και το «Νήμα» του The Boy, το οποίο ο ίδιος πλαισίωσε με μουσικά live και δημιουργική φροντίδα.
Στο πλάι των αμιγώς ελληνικών ταινιών, φέτος ήταν μια από τις χρονιές που έδειξαν, έμπρακτα, ότι η ελληνική συμπαραγωγή έχει… κοινωνικοποιηθεί, έχει δικτυωθεί κι έχει πια έμπρακτα αποτελέσματα και όταν έχει μικρότερη συμμετοχή σε μεγάλες ξένες παραγωγές. Πρόχειρα παραδείγματα το «Djam» του Τονί Γκατλίφ με τη Δάφνη Πατακιά που μόλις βγήκε στις αίθουσες, το «Ακόμα κρύβομαι για να καπνίσω» της Ρεϊανά με γυρίσματα στη Θεσσαλονίκη, το «Good Time» με τον Ρόμπερτ Πάτινσον.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, μιας σεζόν ολόγυρα πεσμένης, στην οποία δεν έτυχε, φέτος, να υπάρξουν τα blockbusters που θ’ ανεβάσουν το σύνολο (οι ελπίδες συγκεντρωμένες στο «Avengers: Infinity War» αυτής της εβδομάδας), οι ελληνικές ταινίες προσπαθούν, λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένα, να βρουν τον χώρο τους, να κάνουν τα σωστότερα βήματα για να κερδίσουν την προσοχή των θεατών, να επιλέξουν τους ελκυστικότερους –και λιγότερο πολυέξοδους– τρόπους να διαφημιστούν. Κι αν ακόμα δεν το καταφέρνουν με άνεση, σ’ αυτήν την περίπτωση, η προσπάθεια μετράει και μάλλον χρειάζεται μπόλικη επιμονή ακόμα για να «γυρίσει» κατεύθυνση η συμπάθεια των θεατών.
Γι’ αυτό κι εάν «Ο γιος της Σοφίας» της Ελίνας Ψύκου, η ταινία που τιμήθηκε με τα περισσότερα και σημαντικότερα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου πριν από λίγες μέρες, ανάμεσά τους και με αυτό της Καλύτερης Ταινίας, έκανε γύρω στις 2.000 εισιτήρια στις αίθουσες, αυτό δεν βαραίνει ούτε την ταινία ούτε τους ψηφοφόρους της Ακαδημίας. Αυτό βαραίνει ενδεχομένως τη διανομή που ψάχνει ακόμα τον δρόμο της και, ασφαλώς, το υπόλοιπο ελληνικό κοινό που, από άρνηση κεκτημένης ταχύτητας, έχασε μια καλή ταινία.
