Ο Τονί Γκατλίφ, ο Γάλλος σκηνοθέτης, γεννημένος στο Αλγέρι, αγαπημένος και του ελληνικού κοινού με ταινίες σαν το «Υπάρχουν ακόμα γελαστοί Τσιγγάνοι», έφερε το ενδιαφέρον του για την ελληνική κουλτούρα στη χώρα μας, με την τελευταία του ταινία, τη γαλλοελληνική συμπαραγωγή «Μποέμικη ψυχή» («Djam» ο πρωτότυπος τίτλος, προβάλλεται τώρα στις αίθουσες από την Tanweer), που γυρίστηκε από τη Λέσβο ώς την Κομοτηνή, την Καβάλα, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη κι επέστρεψε στο νησί.
Η ιστορία παρακολουθεί την Ντζαμ, ένα πανέμορφο-κορίτσι αγρίμι, την οποία ο θείος της στέλνει για μια δουλειά στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί η Ντζαμ θα γνωρίσει τη συνομήλική της Γαλλίδα Αβρίλ κι οι δυο τους μαζί θα πάρουν τον δρόμο της επιστροφής, διασχίζοντας διαφορετικές σελίδες πολιτισμού, συναντώντας τον ρατσισμό, τον σεξισμό, τα θύματα της κρίσης, του προσφυγικού, με πυξίδα ένα είδος μουσικής που ενώνει τον γεωγραφικό τόπο: το ρεμπέτικο.
Πρωταγωνίστρια της ταινίας, η ηθοποιός που προκάλεσε ενθουσιασμό στην πρεμιέρα του φιλμ στο τελευταίο Φεστιβάλ Κανών: η Δάφνη Πατακιά που, ύστερα από συμμετοχές στο «Ακρυλικό» του Νίκου Πάστρα, το «Interruption» του Γιώργου Ζώη και το «Ξύπνημα της άνοιξης» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, βλέπει ήδη την καριέρα της να απογειώνεται, με τις τηλεοπτικές «Βερσαλίες» και, προσεχώς, το «Blessed Virgin», τη νέα ταινία του Πολ Βερχόφεν μετά το «Elle».
Φυσικά το πρώτο και κύριο ερέθισμα για τον Τονί Γκατλίφ, όπως και για όλες τις ταινίες του, ήταν η μουσική: «Η μουσική μού δίνει ζωή. To σινεμά που κάνω εμπνέεται και κατοικείται από τη μουσική, το μπλουζ, το φλαμένκο ή την τσιγγάνικη τζαζ και μαζί τους βάζω και το ρεμπέτικο. Είναι η μουσική του λαού. Υπάρχει για να μιλά. Το ρεμπέτικο ήταν το κείμενο με το οποίο ο λαός, στις ταβέρνες, δυστυχισμένος, φτωχός, μιλούσε για την πολιτική και για την ανθρώπινη κατάσταση, πριν το κάνει ο Τύπος».
Για τον Γκατλίφ, το ρεμπέτικο εκφράζει την αίσθηση ελευθερίας, που ταυτίζει με το ελληνικό πνεύμα, τότε αλλά και τώρα: «Για μένα η χώρα δεν είναι οι τοίχοι», λέει μιλώντας με πάθος. «Τοίχοι είναι τα σύνορα που επιβάλλουν οι φασίστες στην Ευρώπη. Χώρα είναι αυτή που υποδέχεται τους άλλους ανθρώπους και δεν τους υποδέχεσαι με τοίχους. Τοίχους βάζεις στις φυλακές, στα στρατόπεδα. Γνωρίζω κι αισθάνομαι κοντά μου την Ελλάδα εδώ και 35 χρόνια.
»Από την αρχή της κρίσης, όταν βρέθηκα εκεί για να κάνω το “Indignados”, είδα ότι ο ελληνικός λαός κρατά το κεφάλι του ψηλά. Κι αυτό θέλησα να πω στην ταινία μου. Η κρίση έχει να κάνει μόνο με τα λεφτά. Οι τράπεζες, με την εξουσία τους, το μόνο που διαθέτουν είναι χρήματα. Οχι ότι τα χρήματα δεν έχουν σημασία, αλλά αυτό δεν σ’ εμποδίζει να κρατάς το κεφάλι σου ψηλά».
Η Δάφνη Πατακιά μπήκε στην περιπέτεια της ταινίας με ενθουσιασμό και μόνο τα απαραίτητα εφόδια: «Το μόνο που ήξερα για τον ρόλο αρχικά ήταν ότι θα έπρεπε να τραγουδήσω, να χορέψω και να παίξω τον τζουρά – που έπαιζα ήδη λίγο. Είχα αγοράσει έναν παλιότερα με ενθουσιασμό και έπαιξα πέντε νότες και μετά τον άφησα. Αλλά τελικά χρειάστηκε! Κατά τα άλλα, ξέραμε ελάχιστα πράγματα για τους ρόλους μας από πριν, οι ήρωές μας στήθηκαν στο γύρισμα, με τη βοήθεια του Τονί».
Και βούτηξε στην «Μποέμικη ψυχή» επειδή πίστεψε στον σκηνοθέτη της: «Από τη στιγμή που μ’ αρέσει πολύ ένας σκηνοθέτης και τον εμπιστεύομαι, μ’ αρέσει δηλαδή ο κόσμος των ταινιών του, νιώθω πολύ ασφαλής με ό,τι μου ζητήσει, πολύ ελεύθερη και προστατευμένη. Θέλω να κάνω πράγματα για να υπηρετήσω το όραμα της ταινίας, της ιστορίας που θέλουμε να διηγηθούμε. Αλλωστε, δεν είναι το γυμνό αυτό που είναι θαρραλέο και τολμηρό. Είναι πιο τολμηρό να δείξεις τα συναισθήματά σου και να ξεγυμνωθείς σε σχέση μ’ αυτό, παρά να δείξεις ένα κομμάτι δέρμα».
Οτι ο Γκατλίφ επέλεξε να στήσει την ιστορία του γύρω από τη διαδρομή μιας νέας γυναίκας δεν ήταν τυχαίο. «Η Ντζαμ έχει και πολλά γυναικεία χαρακτηριστικά και πολλά ανδρικά», εξηγεί η Δάφνη Πατακιά. «Ακόμα υπάρχουν κάποια πράγματα που μας περιορίζουν, οπότε ίσως έχει μια προστιθέμενη αξία το να είναι μια κοπέλα τόσο ελεύθερη, είναι λίγο πιο δύσκολο από το να είναι ένας άντρας εξίσου. Θέλει παραπάνω βήματα για ένα κορίτσι, ίσως όχι σ’ όλες τις χώρες, αλλά με κάποιον τρόπο παντού».
Ο Γκατλίφ επαυξάνει: «Σήμερα, οι γυναίκες είναι πιο ευάλωτες από τους άντρες. Οι γυναίκες πάλεψαν το ’68 για να ζήσουν ως ίσες απέναντι στους άνδρες κι αυτό αυτή τη στιγμή κλονίζεται. Γι’ αυτό κι έβαλα ένα κορίτσι ηρωίδα της ταινίας μου και την άφησα να κάνει ό,τι θέλει, να ντυθεί ή να γδυθεί και κανείς να μην την πει πόρνη.
»Σ’ έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο ακραία επιθετικός ενάντια στις γυναίκες κι ενάντια στους άπορους. Η ηρωίδα που ενσαρκώνει η Δάφνη Πατακιά δεν είναι ασεξουαλική, είναι μια γυναίκα αλλιώτικη. Δεν παίζει με το κορμί της, δεν είναι αντικείμενο, είναι το αντίθετο. Αυτό είναι το ρεμπέτικο. Το ρεμπέτικο είναι γυναίκα. Η Ρόζα Εσκενάζυ παντρεύτηκε τον 20χρονο θαυμαστή της, παντρεμένο, την ακολούθησε ώς τον θάνατό της. Η Σωτηρία Μπέλλου είχε σχέσεις με γυναίκες. Οι γυναίκες του ρεμπέτικου είναι ελεύθερες γυναίκες. Αλλά δεν είναι γυναίκες-αντικείμενα».
Κι αυτό το πνεύμα θέλησε ο Γκατλίφ να εκφράσει στο «Djam»: «Υποστηρίζω απόλυτα τη διαφορετικότητα, το μόνο που πάντα θα πολεμώ είναι ο φασισμός κι η φτώχεια», λέει. Οσο για την Πατακιά, δροσερή, ταλαντούχα και στην αρχή μιας διαδρομής που διαγράφεται συναρπαστική, έχει ξεκάθαρες φιλοδοξίες για την καριέρα της: «Πάω στο σινεμά, βλέπω ταινίες που τις σκέφτομαι και μέρες μετά, ταινίες που δεν εξατμίζονται μετά την προβολή. Αυτό θα ήθελα να κάνω, τέτοιες ταινίες».
