Η Μαρί Νιρερόντ είναι η πρώτη κινηματογραφίστρια που κατάφερε να μπει στο ερημητήριο του Ινγκμαρ Μπέργκμαν στο νησάκι Φάρο της Βαλτικής και να γυρίσει εκεί, το 2004, ύστερα από δική του πρόσκληση, το ντοκιμαντέρ «Bergman’s Island». Ο μεγάλος Σουηδός σκηνοθέτης είχε σκηνοθετήσει την τελευταία του ταινία, «Saraband» (2003), και ήταν έτοιμος να της ανοίξει την καρδιά του μιλώντας για τη ζωή και το έργο του.
Με το ντοκιμαντέρ της Νιρερόντ ξεκίνησε χθες το πολύ ενδιαφέρον αφιέρωμα «Μια αιωνιότητα και ένας αιώνας: Μπέργκμαν 1918-2018», που συνεχίζεται μέχρι και την Κυριακή στους κινηματογράφους «Αστορ» και «Ανδόρα».
Είναι μια προσφορά του Σουηδικού Ινστιτούτου στους Ελληνες σινεφίλ, το οποίο δεν μπορούσε να λείπει από τον παγκόσμιο εορτασμό των 100 χρόνων από τη γέννηση του Μπέργκμαν. Συνεργάστηκε γι’ αυτό με το Swedish Institute και την πρεσβεία της Σουηδίας στην Αθήνα. Θα προβληθούν οι ταινίες «Καλοκαίρι με τη Μόνικα» (1953), «Αγριες φράουλες» (1957), «Η έβδομη σφραγίδα» (1957), «Persona» (1966), «Φθινοπωρινή σονάτα» (1978), «Φάνι και Αλέξανδρος» (1982) και «Saraband» (2003).
Συζητήσεις, στρογγυλά τραπέζια και παρουσιάσεις από Ελληνες κριτικούς και σκηνοθέτες συμπληρώνουν το πρόγραμμα. Σ’ όλα αυτά έχει κεντρικό ρόλο ο άλλος Σουηδός προσκεκλημένος του αφιερώματος, ο Μίκαελ Τιμ, συγγραφέας της βιογραφίας του Μπέργκμαν «The lust and the deamons», που κυκλοφόρησε το 2008, έναν χρόνο μετά τον θάνατό του.
Οι δύο αυτοί Σουηδοί που έζησαν από κοντά τον Μπέργκμαν ήταν χθες τα κεντρικά πρόσωπα στην παρουσίαση του αφιερώματος στο Σουηδικό Ινστιτούτο. Είχαν πολλά να μας πουν για τον Μπέργκμαν και…
… την Ελλάδα: Ο Μπέργκμαν σιχαινόταν τα ταξίδια, ζήτημα είναι αν επισκέφτηκε πέντε-έξι χώρες στη ζωή του. Στην Ελλάδα, όμως, ήρθε, συνάντησε τη Μελίνα Μερκούρη και πήγε στους Δελφούς. Ελεγε ότι ήθελε να πάρει έναν χρησμό από το Μαντείο, γι’ αυτό απομάκρυνε τους πάντες να μην τον ακούσουν. Αρνήθηκε να αποκαλύψει τι ρώτησε. Είπε, όμως, ότι την ερώτησή του την έκανε ουρλιάζοντας γιατί φοβόταν ότι η Πυθία είναι κουφή. Αλλά απάντηση δεν πήρε.
… το νησάκι Φάρο: Εκεί όπου έζησε απομονωμένος πολλά χρόνια και γύρισε έξι ταινίες, σήμερα το σπίτι του, αγορασμένο από τον πάμπλουτο Νορβηγό Hans Gude Gudesen, έχει διατηρηθεί ακριβώς όπως ήταν και έχει μετατραπεί σε εστία όπου μπορούν να αποσυρθούν τα καλοκαίρια υπότροφοι καλλιτέχνες (συγγραφείς, ζωγράφοι κ.λπ.) για να εργαστούν. Ο Μπέργκμαν ονειρευόταν να φτιάξει εκεί ένα μικρό θέατρο, σαν τα αρχαία ελληνικά, και να ιδρύσει πολιτιστικό κέντρο. Δεν τα κατάφερε, οι τοπικές αρχές δεν του έδωσαν άδεια και χρηματοδότηση.
… την οργή: Είναι αλήθεια ότι είχε τη φήμη δύσκολου στην επαφή, κακότροπου και ο κόσμος τον φοβόταν. Ζούσε, όμως, με τους δαίμονές του. Τα πρώτα του χρόνια στο θέατρο οι θυμοί τον έκαναν να λιποθυμά στη σκηνή. Αλλά σιγά σιγά με τη γνώση ηρέμησε, μαλάκωσε, μπορούσες να τον πεις πια ευγενικό, αξιαγάπητο και αστείο. Του άρεσε η μοναξιά, αλλά τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Φάρο ένιωθε τόσο μόνος που έπαιρνε τη Μαρί Νιρερόντ σχεδόν κάθε μέρα και μιλούσαν επί ώρες.
… τον Θεό: Η σχέση του με τη θρησκεία άλλαζε συνεχώς. Νέος ήταν άθεος, αλλά προς το τέλος της ζωής του απέκτησε ένα νέο ενδιαφέρον διαβάζοντας μυστικιστικά κείμενα του χριστιανού Εμάνουελ Σβέντενμποργκ και αποκτώντας την άποψη ότι τον Θεό δεν τον βρίσκουμε μέσω της εκκλησίας αλλά ο καθένας μέσα από τον εαυτό του. «Θέλω τα λίγα άχρηστα χρόνια που μου μένουν να γίνω τουλάχιστον καλύτερος άνθρωπος», έλεγε. Ομως μετά το ξεχνούσε και αρνιόταν ότι είχε ποτέ ενδιαφερθεί για τον Θεό.
… την πολιτική: Ηταν εντελώς αντίθετος στην οποιαδήποτε ανάμιξη της τέχνης με την πολιτική. Και ήθελε να αποφεύγει ακόμα και την προσωπική του σχέση με την πολιτική. Ισως ήταν από αντίδραση στον πατέρα του, που ήταν έντονα πολιτικοποιημένος και δεξιός, ενώ ο ίδιος στα εφηβικά του χρόνια είχε το μυαλό του στον Στρίντμπεργκ και την αισθητική. «Κάθε φορά που κάνω κάτι πολιτικό, γίνομαι ηλίθιος και το μετανιώνω», έλεγε. Ναι, είναι αλήθεια ότι το 1936 είχε δει τον Χίτλερ στη Γερμανία να μιλάει και ίσως είχε εντυπωσιαστεί, αλλά με τίποτα δεν ήταν φιλοναζί. Το αντίθετο. Είχε σοκαριστεί όταν αποκαλύφθηκαν τα εγκλήματα του καθεστώτος.
… τα εννέα παιδιά του και τις πέντε γυναίκες του: Φυσικά είχε μετανιώσει που είχε εγκαταλείψει τα παιδιά του, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για να συμφιλιωθεί μαζί τους. Το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του όλα του τα παιδιά συγκεντρώθηκαν στο Φάρο. Αντίθετα, για τα τέσσερα διαζύγια και τις άλλες σχέσεις του ποτέ δεν μετάνιωσε και κατάφερνε πάντα να έχει με τις πρώην τους καλές σχέσεις, ακόμα και να συνεργάζεται μαζί τους.
Οταν ο Μίκαελ Τιμ έγραφε τη βιογραφία του, ο ίδιος ο Μπέργκμαν τον έσπρωχνε να γράψει για τους γάμους του γιατί θα ήταν «hot stuff» και το βιβλίο θα πούλαγε. Ενώ του είχε δώσει και μια συμβουλή: «Κάνε ό,τι το καλύτερο μπορείς για να είσαι ευγενικός και καλός όχι με τις νυν, αλλά με τις πρώην γυναίκες σου».
… τον Τεό και τους άλλους σκηνοθέτες: Ο Μίκαελ Τιμ θυμάται τον Μπέργκμαν να λέει πόσο του είχε αρέσει ο «Μελισσοκόμος», αλλά δεν ξέρει αν είχε δει και τις επόμενες ταινίες του Αγγελόπουλου. Σινεμά έβλεπε πολύ, ειδικά όταν πήγε στην Αμερική έβλεπε μία ταινία τη μέρα – είχε εγκαταλείψει τότε τη Σουηδία θυμωμένος και ταπεινωμένος γιατί τον κατηγορούσαν ως φοροφυγά. Του άρεσε πάρα πολύ ο Κλιντ Ιστγουντ.
Αλλά θεωρούσε μεγαλύτερο σκηνοθέτη όλων των Ταρκόφσκι. Οταν, όμως, ήρθε η ευκαιρία να τον συναντήσει, αρνήθηκε. Ισως γιατί δεν ήθελε να απογοητευτεί.
info: Είσοδος 5,50 ευρώ. Ημερήσιο εισιτήριο 10 ευρώ. Είσοδος στις συζητήσεις ελεύθερη
