Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ανέκαθεν φιλόδοξος δημιουργός, έχοντας αποσπάσει το βραβείο Ζαν Βιγκό ήδη με την πρώτη του ταινία, το «Le Brasier» του 1991, με τον Ζαν Μαρκ Μπαρ και τη Μαρούσκα Ντέτμερς, ο Ερίκ Μπαρμπιέ γεμίζει τις ταινίες του, συχνά νουάρ θρίλερ, με το παρελθόν και την ταυτότητα της γαλλικής ιστορίας και κουλτούρας.

Αυτή τη φορά, με την «Υπόσχεση της αυγής», ο Μπαρμπιέ αναλαμβάνει να μεταφέρει στην οθόνη έναν ογκόλιθο της γαλλικής λογοτεχνίας, το βιβλίο του Ρομέν Γκαρί, βασισμένο μάλιστα, εν μέρει, στα παιδικά χρόνια και την ενηλικίωση του ίδιου του συγγραφέα, προορισμένου από τη μητέρα του να γίνει «ήρωας, διπλωμάτης και λογοτέχνης».

Σ’ αυτή τη σχέση του κεντρικού ήρωα Ρομέν με τη μητέρα του, τη Ρωσοεβραία Νινά, που άλλαξε τρεις φορές τη ζωή της προκειμένου να δώσει στον γιο της τα εφόδια που χρειαζόταν για να γίνει διάσημος, επικεντρώνονται τόσο το βιβλίο όσο και η ταινία. Τους κεντρικούς ρόλους ερμηνεύουν πληθωρικά ο Πιερ Νινέ και η Σαρλότ Γκενσμπούργκ.

«Για μένα, η διασκευή ενός βιβλίου είναι ευκολότερη από το να γράψω ένα πρωτότυπο σενάριο» εξηγεί ο Μπαρμπιέ. «Εκείνο που ήταν στ’ αλήθεια ένας παράγοντας μεγάλης δυσκολίας είναι πως στη Γαλλία το βιβλίο αυτό είναι πολύ διάσημο. Αυτό μου προκάλεσε ένα αίσθημα μεγάλης ευθύνης, το βιβλίο διδάσκεται στα σχολεία, είναι γνωστό σε όλους, όφειλα να μην προδώσω την ιστορία του».

Το βιβλίο του Γκαρί αγγίζει πραγματικές στιγμές της ζωής του, αλλά τις ντύνει με το δικό του δημιουργικό πνεύμα: «Είναι μια φανταστική βιογραφία», λέει ο Μπαρμπιέ, «ένα κράμα πραγματικότητας και μυθοπλασίας. Γι’ αυτό και δεν μεταχειρίστηκα την ταινία ως βιογραφία, αλλά ως μια ιστορία αγάπης ανάμεσα σε μια μητέρα και τον γιο της, μιας αγάπης ξέφρενης».

Σ’ αυτό το παράλογο και παράτολμο δόσιμο μιας μητέρας στον γιο της στηρίζει ο Μπαρμπιέ την εμβέλεια της ταινίας που, όπως εξηγεί, αφορά ολόκληρο τον κόσμο: «Η δύναμη της ταινίας είναι πως πρόκειται για μια ιστορία που αγγίζει κάθε άνθρωπο. Η ιστορία για το χρέος που έχει ή δεν έχει κανείς στη μητέρα ή στους γονείς του. Ενα παιδί πάντα βαρύνεται απ’ αυτό το χρέος. Η ταινία, βέβαια, παρουσιάζει αυτή τη συγκρουσιακή σχέση μ’ έναν τρόπο ακραίο, γιατί εδώ μιλάμε για μια σχέση πάθους. Οι σχέσεις με τους γονείς μας είναι εξαιρετικά σύνθετες κι αυτό ισχύει για κάθε πολιτισμό, κάθε χώρα».

Οι δεσμοί αίματος είναι, για τον Μπαρμπιέ, η καρδιά κάθε ιστορίας: «Είναι ένας σύνδεσμος ακραίος, μπορεί να είναι βίαιος, για παράδειγμα αν μια μητέρα εγκαταλείψει το παιδί της, η δική του ζωή θα καθοριστεί ολόκληρη απ’ αυτή την εγκατάλειψη. Η μητέρα της ταινίας ούτε είναι τοξική ούτε δεν είναι. Είναι μια μητέρα σαν τη δική σας ή τη δική μου, σαν όλου του κόσμου.

»Αν παρατηρήσετε τη ζωή γύρω σας, όλων οι σχέσεις με την οικογένειά τους έχουν μια δόση νεύρωσης. Ολων. Και στην Ελλάδα σίγουρα πολύ, όπως σε όλες τις χώρες του Νότου, όπου η μητέρα είναι τόσο παρεμβατική παραδοσιακά».

Ωστόσο, η επιρροή αυτή έχει και το όριο που θέτει το ίδιο το παιδί: «Δεν γίνεσαι ο Ρομέν Γκαρί επειδή έχεις μια καταδυναστευτική μητέρα, γίνεσαι γιατί έχεις ένα τρελό ταλέντο, δουλεύεις πολύ σκληρά, έχεις πάθος. Εκείνο που μου άρεσε στην ταινία είναι ότι ο ήρωας έχει τη διαρκή επιθυμία να υπερασπιστεί και μαζί να εκδικηθεί τη μητέρα του. Είναι μια εμβληματική ιστορία για τον αγώνα μιας μητέρας, πανταχού παρούσας, για μόρφωση και πλούτο, πνευματικό και υλικό. Για την ανεξαρτητοποίηση, την αυτονόμηση του γιου της. Κι όταν εκείνη πεθαίνει, εκείνος διαλύεται και μαζί ανδρώνεται».

Η επιλογή του Πιερ Νινέ για τον ρόλο του Ρομέν έμοιαζε για τον Μπαρμπιέ αυτονόητη: «Ο Πιερ είναι πάρα πολύ εργατικός, λάτρευε τον Ρομέν Γκαρί και αυτό το βιβλίο. Δούλεψε πολύ πάνω στον Γκαρί, στην εποχή, στις στιγμές, κατασκεύασε τον ήρωα και μετά, η αλχημεία με τη Σαρλότ λειτούργησε, ζεστάθηκε, όχι όπως ανάμεσα σε δυο νέους ανθρώπους, δυο νέους σπουδαίους ηθοποιούς, αλλά όπως ανάμεσα σε μια μητέρα κι έναν γιο – κι αυτό με συγκίνησε».

Αντίθετα, τον ρόλο της μητέρας η Σαρλότ Γκενσμπούργκ χρειάστηκε να τον διεκδικήσει επίμονα: «Η Σαρλότ ήξερε ότι ετοίμαζα αυτή την ταινία και μου λέει, “Ερίκ, είναι η ιστορία της ζωής μου”. Γιατί οι παππούδες της, οι γονείς του Σερζ Γκενσμπούργκ, μετανάστευσαν την ίδια εποχή από την Πολωνία στη Γαλλία, ακριβώς έναν χρόνο πριν.

»Την άκουσα, της εξήγησα ότι η ηρωίδα δεν της ταιριάζει, της έδωσα το σενάριο, το διάβασε, μου λέει, “πράγματι, δεν μου μοιάζει καθόλου, αλλά εγώ θα την παίξω γιατί γνωρίζω τη σκέψη της”. Κι άλλαξε τα πάντα επάνω της, έγινε ένα άλλο σώμα, κατασκεύασε ολόκληρη την προσωπικότητα, γιατί όντως τη γνώριζε σε βάθος».

Εκτός από αυτή την πανανθρώπινη σχέση εξάρτησης και πάθους, το στοιχείο που ενδιέφερε περισσότερο τον Μπαρμπιέ στην «Υπόσχεση της αυγής» ήταν η αντισυμβατικότητα: «Αυτό το χιούμορ του παραλόγου που διακρίνει την ταινία υπάρχει αυτούσιο μέσα στο βιβλίο. Η δύναμη του βιβλίου και η δύναμη του Γκαρί είναι να μην παρουσιάζει τίποτε το αναμενόμενο. Ο Γκαρί μεταχειρίζεται στοιχεία πολύ σοβαρά, όπως ο ρατσισμός εκείνης της εποχής, με τρόπο ανατρεπτικό, άγρια κωμικό. Και, πάνω απ’ όλα, κοροϊδεύει κάθε τι το ηθικοπλαστικό».

Info: Η ταινία «Υπόσχεση της αυγής» προβάλλεται στους κινηματογράφους από τη Feelgood. Ο Ερίκ Μπαρμπιέ βρέθηκε στην Αθήνα για την έναρξη του Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, όπου η ταινία τιμήθηκε με το Βραβείο Κοινού.