Ανταπόκριση από την Berlinale
Ξεκίνησε το 68ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, κρατώντας την υπόσχεσή του – και με το παραπάνω. Η φετινή Berlinale – συνεχίζοντας, άλλωστε, την παράδοση που της έχει δώσει τον ξεχωριστό χαρακτήρα της – δήλωσε εξ αρχής ότι το προφίλ της θα είναι ανθρωπιστικό. Ότι οι προβολείς της αυτή τη χρονιά, θα πέσουν στις μειονότητες, στους ανθρώπους που έχουν ανάγκη την προσοχή μας.
Από τη λογική αυτή δεν ξέφυγε, φυσικά, η ταινία που επιλέχθηκε ν’ ανοίξει το Φεστιβάλ, το «The Isle of Dogs» του Γουες Άντερσον. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Berlinale ξεχώρισε αυτή την ταινία για έναρξη, επιπλέον, επειδή είναι από τις πιο πολυαναμενόμενες της χρονιάς κι επειδή έφερε στο κόκκινο χαλί του Berlinale Palast τον ξεχωριστό Αμερικανό σκηνοθέτη και τους πρωταγωνιστές του, που δανείζουν τις φωνές τους στους ήρωες του stop-motion animation φιλμ, από τον Μπιλ Μάρεϊ και τον Λίεβ Σράιμπερ, ως την Γκρέτα Γκέργουιγκ, τον Μπράιαν Κράνστον, τον Τζεφ Γκόλντμπλαμ και την Τίλντα Σουίντον.
Η ταινία του Άντερσον, βασισμένη σε κόμικ, είναι η δεύτερη βουτιά του σκηνοθέτη στο stop-motion animation, μετά το αριστουργηματικό «Fantastic Mr. Fox» του 2009 και, παρά το είδος και τη χαρακτηριστική παιδικότητά της, είναι η πιο «ενήλικη» ταινία του, με ξεκάθαρα πολιτική και κοινωνική συνείδηση.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Ιαπωνία, σ’ ένα αόριστο χρόνο, όταν ο Δήμαρχος της πόλης Μεγκασάκι, λάτρης των γατών, αποφασίζει να εξοστρακίσει τους σκύλους σ’ ένα νησί-σκουπιδότοπο, για να πεθάνουν από την πείνα και την ασθένεια. Εκεί, στο Νησί των Σκουπιδιών, θα φτάσει ο γιος του Δημάρχου, ο μικρός πιλότος Ατάρι, θέλοντας να διασώσει τον δικό του σκύλο, τον Σποτς. Το ταξίδι θα οδηγήσει σε πολύπλευρο πόλεμο, μεταξύ σκύλων, μεταξύ ανθρώπων αλλά και των μεν προς τους δε, με συγκινητικές απώλειες και συμπεράσματα που εμπνέουν.
Η μαγική αισθητική κι η φαντασία του Γουες Άντερσον ξεπερνούν τις λέξεις (αν και αυτές, στο «Isle of Dogs» αποκτούν ειδική σημασία, μια και ο σκηνοθέτης φροντίζει να «μεταφράζει» τα ιαπωνικά, αλλά και τη γλώσσα των σκύλων, στα επικρατή αγγλικά): το σύμπαν του είναι εμπνευσμένο από τις κερασιές, την τέχνη της Άπω Ανατολής, την τρυφερότητα και τα αλήτικα βλέμματα των σκύλων, τα πολύχρωμα γραφιστικά των κόμικς ή των διαφημίσεων του ’50.
Αλλά, για πρώτη φορά στ’ αλήθεια, ο Άντερσον με το σινεμά του, ίσως υπερβολικά πυκνό σε αναφορές και λεπτομέρειες για να προκαλέσει άμεση συγκίνηση, μιλά για τον ανθρωπισμό, τον πασιφισμό. Η ταινία του μπορεί ν’ αναφέρεται στο προσφυγικό, στον ρατσισμό, στην ταξική ανισότητα (ανάμεσα στα κατοικίδια σκυλιά ράτσας και τα αδέσποτα), στην Ευρώπη της συγκαλυμμένης εχθρότητας, στην Αμερική του αποκλεισμού, στη Συρία, στον εμφύλιο. Αν είναι μια ταινία υπερβολικά όμορφη, άλλο τόσο είναι σκληρή και ηχηρή στο μήνυμά της: τι απέγινε ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου; Τι απέγινε το αίσθημα της κατανόησης, της ανοχής, της φιλανθρωπίας, της πίστης;
«Ξεκινήσαμε με στόχο να κάνουμε μια ταινία για σκύλους» εξήγησε ο Γουες Άντερσον στη συνέντευξη Τύπου για την ταινία. «Για κάτι σκύλους που, εγκαταλελειμμένοι, τρέφονται με σκουπίδια. Αλλά θέλαμε και να κάνουμε μια ταινία που να εκφράζει την αγάπη μας για το ιαπωνικό σινεμά, ειδικά τον Ακίρα Κουροσάβα. Καταλήγοντας, διαπιστώσαμε απλώς ότι η ταινία θα μπορούσε να εκτυλίσσεται οπουδήποτε, οι ομοιότητες είναι περισσότερες από τις διαφορές».
