Σ’ ένα άλλο σύμπαν, όλοι οι κινηματογραφιστές θα ζούσαν ευτυχισμένα σ’ έναν κόσμο σαν του Σάντανς, μακριά από καθετί εμπορικό, τουλάχιστον εμφανώς εμπορικό, εκεί που η τέχνη θα έπαιρνε πρώτη θέση ή, μάλλον, εκεί που η τέχνη θα δάμαζε το εμπόριο. Επισκεπτόμενη το Φεστιβάλ έπειτα από πολλά χρόνια, δεν ήξερα τι να περιμένω. Γνώριζα τα παράπονα για την υποτιθέμενη εμπορευματοποίησή του, παράπονα που ίσως προέρχονται από αυτούς που οι ταινίες τους δεν έγιναν δεκτές.
Ομως, έχοντας τα δικά μου παράπονα για το εταιρικό πρόσωπο του Χόλιγουντ και του Λος Αντζελες, ένιωσα άνετα αμέσως μόλις πάτησα το πόδι μου στο γραφικό και χιονισμένο Main Street, γεμάτο πεζούς όλων των αποχρώσεων, γενικά νέους αλλά όχι μόνο, καθοδηγούμενους από ευνοϊκά διατεθειμένους εθελοντές και οδηγούς λεωφορείων, που πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα χωρίς να χρεώνουν τους επιβάτες.
Και αν για κάποια ευαίσθητα μάτια το Χόλιγουντ μοιάζει να καθρεφτίζει την παρακμή μιας ολόκληρης χώρας και κουλτούρας, εδώ, στο υψίπεδο του Παρκ Σίτι και του Ινστιτούτου του Σάντανς, η Αμερική ευημερεί. Εδώ, η παραδοσιακή αμερικανική αξία της ελεύθερης έκφρασης στηρίζεται από τη εξουσία του χρήματος. Εδώ η τέχνη κυριαρχεί ή, για να το πω αλλιώς, η δύναμη βρίσκεται προσωρινά στην υπηρεσία της δημιουργικότητας.
Οι γυναίκες της βιομηχανίας του κινηματογράφου ήταν τα τιμώμενα πρόσωπα του φετινού Φεστιβάλ. Εκδηλώσεις όπως οι δημόσιες συζητήσεις «Γυναίκες Καταρρίπτοντας Φραγμούς», «Γυναίκες με Κάμερες» και «Πρωινό με τις Γυναίκες του Σαντανς» αλλά και η διαδήλωση των γυναικών, το Σάββατο 20 Ιανουαρίου, μαρτυρούν την άνοδο των γυναικών πίσω από την κάμερα αλλά και στην οθόνη. Παρ’ όλα αυτά, όσον αφορά την επιλογή των ταινιών, το Σάντανς συνεχίζει να τιμά τις ιστορίες των φτωχών και κατατρεγμένων, ανδρών και γυναικών.
Το περιεχόμενο των προγραμμάτων του διαγωνιστικού τμήματος μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ ή των τμημάτων «Next», «Πρεμιέρες» και άλλων, συνδέεται με μια μόνο κοινή κλωστή: Την τάση παρουσίασης αφηγήσεων επικεντρωμένων σε μια σύγκρουση που οδηγεί τον αντιήρωα ή τουλάχιστον τον μη πιθανό ήρωα σε λύτρωση ή σε θρίαμβο, εξωτερικό ή εσωτερικό. Ο στόχος του Φεστιβάλ μπορεί να είναι η αποκάλυψη και η στήριξη της κινηματογραφικής καινοτομίας, ωστόσο θέλει ακόμα περισσότερο να φτιάξει το ειδώλιο ενός κόσμου όπου οι «ιστορίες ζουν μέσα σου», όπως αναγγέλλει το τρέιλερ. Εναν κόσμο που πάλλεται με αληθινή δημιουργική δύναμη κι ας είναι μόνο για λίγες μέρες.
■ Η ταινία του Γκας Βαν Σαντ «Don’t Worry, He Won’t Get Far On Foot» (Τμήμα Πρεμιέρες) γύρω από τον τετραπληγικό κωμικογράφο Τζον Κάλαχαν (Χοακίν Φίνιξ), ο οποίος κατάφερε να υπερνικήσει τον αλκοολισμό του μέσα από το επιστημονικό πρόγραμμα των δώδεκα σταδίων, δεν αποτελεί εξαίρεση. Ακόμα κι αν πρόκειται για την ταινία με το υψηλότερο προφίλ σε ολόκληρο το Φεστιβάλ, παραμένει μια ταινία που διέπεται από την αγάπη του δημιουργού για τους «άθλιους» ήρωές του. «Εχει να κάνει με την ψυχολογική λύτρωση του Κάλαχαν», είπε ο σεναριογράφος της ταινίας, Ντάνι Ελφμαν. «Η απελευθέρωσή του από τον αλκοολισμό, με πνευματικό τρόπο, αποτελεί μεγάλο μέρος της ταινίας».
■ Η ταινία του Βραζιλιάνου σκηνοθέτη Αλι Μουριτίμπα, «Rust» (Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα), για ένα κορίτσι (Tifanny Dopke) και ένα αγόρι (Giovanni De Lorenzi) που εμπλέκονται σε διαδικτυακό εκφοβισμό, ανιχνεύει τις συνέπειες της εμμονής των εφήβων με τα κοινωνικά δίκτυα. Το ότι δεν είναι απόλυτα πειστική η αυτοκτονία του κοριτσιού, εξαιτίας της διαρροής ενός βίντεο με σεξουαλικό περιεχόμενο, δεν μπορεί να αποδοθεί στο φαινόμενο αυτό καθαυτό αλλά μάλλον σε κάποια έλλειψη του σεναρίου. Ωστόσο, το δεύτερο μέρος της ταινίας, που πραγματεύεται την ίδια ιστορία από τη μεριά του αυτουργού, καταλήγει στη στιγμή που δίνει αξία σε όλη την ταινία -τη στιγμή που το αγόρι παραδέχεται την ευθύνη του για τον τραγικό θάνατο του κοριτσιού.
■ Η τρίτη ταινία μεγάλου μήκους της Χάνα Φιντέλ «The Long Dumb Road» (Τμήμα Πρεμιέρες) διακωμωδεί τη σχέση ενός νέου (Τόνι Ρεβολόρι) που φεύγει από το σπίτι του για να πάει σε Σχολή Καλών Τεχνών στο Λος Αντζελες και ενός μοναχικού ώριμου άνδρα (Τζέισον Μαντζούκας), που ζει αλήτικη ζωή, χωρίς σκοπό. Η περιπέτεια των δύο, καθ’ οδόν προς το Λος Αντζελες, μετατρέπεται σε έναν αστείο διαλογισμό για το νόημα της ζωής και της επιτυχίας, και την αξία του αναπάντεχου, της άσκοπης περιπέτειας και της αυτονομίας.
■ Η πρώτη σκηνοθετική προσπάθεια του ηθοποιού Πολ Ντάνο, με την ταινία «Wildlife» (Αμερικανικό Συναγωνιστικό Τμήμα), χωρίζει την προσοχή του κοινού ανάμεσα σ’ ένα αγόρι (Εντ Οξενμπουλντ), που παρακολουθεί τη διάλυση της οικογένειάς του, και στη μητέρα του (Κάρεϊ Μάλιγκαν), που πασχίζει για τον βιοπορισμό τους, ενώ ο πατέρας (Τζέικ Τζίλενχαλ) λείπει προσφέροντας τη βοήθειά του για το σβήσιμο μιας φωτιάς στο δάσος. Η λεπτότητα της ιστορίας εκδηλώνεται μέσα από την αμφιλεγόμενη χρήση της λέξης «wildlife», που προφέρεται δύο φορές στην ταινία σε διαφορετικές περιστάσεις. Η ζωή τους, αναφωνεί ο πατέρας, είναι ξέφρενη («it’s a wild life») αλλά, επίσης, «wildlife» είναι τα ζώα που ζουν στην άγρια φύση, μερικά από τα οποία, τα μικρά, όταν καίγεται το δάσος, μπερδεύονται και τρέχουν προς τη φωτιά -λέει η μητέρα του αγοριού. Αναμφίβολα «μικρό» δεν είναι μόνο το αγόρι αλλά και η μητέρα και ο πατέρας του.
■ Η Αργεντίνα θεατρική ηθοποιός Ρομπερτίνα (Βαλέρια Μπερτουτσέλι) στην ταινία «The Queen of Fear» (Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα) είναι επιτυχημένη και αγαπημένη από το κοινό. Ζει σ’ ένα ωραίο σπίτι, έχει όση βοήθεια χρειάζεται και πολλούς φίλους, αλλά δεν μπορεί να βρει την ηρεμία που αναζητά. Παρακινούμενη από τη θλίψη που νιώθει για έναν αγαπημένο φίλο που πεθαίνει από καρκίνο, η ηρωίδα καταπτοείται από την πολλή της συμπόνια. Η στοργική της φύση δεν την αφήνει να ησυχάσει. Η ειλικρίνεια του πορτρέτου μιας ευαίσθητης ψυχής δεν θα μπορούσε παρά να είναι το προϊόν γυναικείας ματιάς -αυτής της Μπερτουτσέλι και της Φαμπιάνα Τισκόρνια.
■ Η αυτοβιογραφική ταινία της Τζένιφερ Φοξ, «The Tale» (Αμερικανικό Διαγωνιστικό Τμήμα), προσφέρει μια πολύπλευρη προοπτική σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση ενός δεκατριάχρονου κοριτσιού (Isabelle Nélisse), καθώς τα συμβάντα επανέρχονται σιγά σιγά στη συνείδηση της ώριμης τώρα γυναίκας (Λόρα Ντερν). Η ταινία εμφανίζεται σε μια εποχή που πολλές γυναίκες βρίσκουν το θάρρος να ομολογήσουν πως έχουν πέσει θύματα κακοποίησης, όχι μόνο για χάρη της δικαίωσής τους αλλά, προπαντός, για την επανόρθωση της ακεραιότητάς τους.
■ Ο Ιθαν Χοκ μπορεί να είναι ηθοποιός του Χόλιγουντ με παγκόσμια φήμη αλλά το σκηνοθετικό του κατόρθωμα «Blaze» (Αμερικανικό Διαγωνιστικό Τμήμα) κατέχει το πνεύμα του ανεξάρτητου κινηματογράφου, όχι μόνο γιατί τολμάει να δώσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του μουσικού Μπλέιζ Φόλεϊ στον πρωτοεμφανιζόμενο ηθοποιό Benjamin Dickey και τον ρόλο της ερωμένης του, Sybil Rosen, στη σχεδόν άγνωστη ηθοποιό Alia Shawkat, αλλά και γιατί ενισχύει τη διαχρονική σύγκρουση του καλλιτέχνη μεταξύ ζωής και τέχνης, όπου συχνά αναγκάζεται να διαλέξει τον δρόμο που οδηγεί στην αυτοκαταστροφή.
■ Ο Πέντρο (Luis Gerardo Méndez) και ο Αντρές (Miguel Rodarte) είναι οι μόνοι που αρνούνται να συμμετέχουν στα κερδοσκοπικά παιχνίδια μιας πολυεθνικής ξενοδοχειακής εταιρείας στο Μεξικό, στην ταινία «Time Share» (Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα). Δυσλειτουργώντας στην αρχή ο καθένας στον χώρο του, στο τέλος και οι δύο συνδέονται με την αλληλεγγύη που αισθάνονται ενάντια στις δολοπλοκίες της εταιρείας, προσπαθώντας να σώσουν το μόνο πράγμα που δεν μπορεί ποτέ να πουληθεί: τον εαυτό τους.
■ Τέλος, η ταινία του Μπάμπη Μακρίδη «Οίκτος» (Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα) δεν επιδιώκει να συγκινήσει κανέναν. Αντίθετα, θέλει να ξεγυμνώσει την αθλιότητα της ύπαρξής μας, μιλώντας για έναν άνθρωπο που νιώθει τόσο νεκρός μέσα του, ώστε να έχει ανάγκη να καταφύγει σε ακραία μέτρα για να αισθανθεί οτιδήποτε. «Είχα ξεχάσει πόσο ωραίο ήταν να κλαις», ομολογεί ο τρελός αντιήρωας. Αλλά θα ήταν επίσης τρελό αν δεν υπήρχε αντίδραση από το κοινό. «Μου έκανε εντύπωση που ονομάσατε την ταινία “Οίκτο”», παραπονέθηκε μια γυναίκα στο κοινό. «Μάλλον πρόκειται για περίπτωση ψυχικής ασθένειας», πρόσθεσε. Επιθυμίες για κλασική δραματική δομή ή γλυκιά συγκίνηση δεν μπορούν να ικανοποιηθούν από μια ταινία σαν του Μακρίδη. Ο «Οίκτος» ξαφνιάζει με το αδυσώπητο χιούμορ του και απαιτεί από το κοινό να κοιτάξει κατάματα την ψυχική φτώχεια που διέπει όχι μόνο την ελληνική αλλά και ολόκληρη την ανθρώπινη κοινωνία.
