Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου, με το λυρικό του πρόσωπο, τη δύναμη του ταλέντου του και τη σταθερότητα των επιλογών του, έχει εξελιχθεί μέσα σε λίγα χρόνια σ’ ένα ξεχωριστό κεφάλαιο του ελληνικού σινεμά (και θεάτρου), όπου μπήκε με φόρα και συνεχίζει με αυξανόμενο κύρος.
Με τον Παντελή Βούλγαρη συνεργάζεται για δεύτερη φορά, μετά τη «Μικρά Αγγλία», όπου έχτισε το ρομαντικό δράμα του Σπύρου Μαλταμπέ. Τώρα, ενσαρκώνει στο «Τελευταίο σημείωμα», που προβάλλεται στις αίθουσες, τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, όχι μόνο υπαρκτό πρόσωπο, αλλά και με ηρωική διάσταση: τον άνθρωπο που, ως κρατούμενος και μεταφραστής στις φυλακές Χαϊδαρίου το 1944, οδηγήθηκε μαζί με 199 συγκρατούμενούς του για εκτέλεση στην Καισαριανή, αρνούμενος τη χάρη που του πρότεινε ο Γερμανός διοικητής.
«Ο Παντελής Βούλγαρης έχει έναν κόσμο δικό του κι είναι και πλούσιος αυτός ο κόσμος», λέει ο Ανδρέας Κωνσταντίνου για τον σκηνοθέτη του. «Προσπαθεί και καταφέρνει να σου μεταφέρει την αίσθηση για τα πράγματα, κάνοντάς σε κοινωνό του κόσμου του. Δεν είναι αυτονόητο. Αλλοι άνθρωποι το κάνουν εγκεφαλικά, ενώ ο Παντελής το κάνει συναισθηματικά. Προσπαθεί να ανακινήσει τα συναισθήματά σου. Αυτό είναι πολύ ιδιαίτερο κι είναι και πολύ ωραίο γιατί συγκινείσαι μαζί του».
Πώς μεταχειρίστηκε, ως ηθοποιός, έναν ρόλο βασισμένο σ’ έναν άνθρωπο με εμβληματική ύπαρξη; «Κατ’ αρχάς μου δημιουργεί άγχος η πραγματική υπόσταση ενός ρόλου, σ’ ένα σημείο τα επισκιάζει όλα. Υπάρχει μια παραπάνω δυσκολία γιατί υπάρχουν κάποια ντοκουμέντα για τη ζωή του, για τον θάνατό του –αν και για τον Σουκατζίδη είναι λίγα αυτά που ξέρουμε– κι υπάρχει κι αυτό το βάρος, γιατί η Ιστορία τον έχει χαρακτηρίσει ήρωα. Αν τα βάλεις αυτά μαζί, ξαφνικά φαντάζει ότι χρειάζεται να διανύσεις μια τεράστια απόσταση για να τον προσεγγίσεις, μεγεθύνοντάς τον νοερά.
Μοιάζει σαν να έπρεπε να βρω κάποιον δράκο και να τον σκοτώσω και να φέρω το κεφάλι του στην πόλη και να μου δώσουν το κλειδί, ο δήμαρχος της Καλοσύνης, για να μπορέσω να ενσαρκώσω αυτόν τον ήρωα στο σινεμά. Οπότε κάποια στιγμή αποφάσισα ότι δεν θα τρελαθώ και δεν έβρισκα και δράκο».
Οπότε, η προσέγγισή του ήταν όσο γίνεται πιο πηγαία: «Είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίζεις τέτοιους ρόλους, αφαιρώντας τους οτιδήποτε ηρωικό και μεγάλο και φωτίζοντας τα σημεία, τα χαρακτηριστικά και τις λεπτομέρειες που μπορείς, κατ’ αρχάς εσύ, να αντανακλάσεις στη δική σου ψυχή. Κανείς δεν γεννιέται ήρωας και στην περίπτωση του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, η ηρωική του πράξη αυτή σ’ εμένα φαντάζει τελείως φυσιολογική, αυτή ήταν η πορεία του, ήταν ένα λογικό επόμενο να συμβεί.
Ετσι κι εγώ κατανόησα ότι έπρεπε να βρω πώς έγινε αυτό σε ανθρώπινα μέτρα. Και η συνολικότερη ιστορία της ταινίας αλλά και η ιστορία της νεότερης Ελλάδας είναι γεμάτη από πράγματα και ανθρώπους που πρέπει να σου επιτρέπεται να τα αγγίξεις, να τα αμφισβητήσεις, να τα βάλεις μέσα σου».
Πώς μπορεί κανείς σήμερα να νιώσει την ταύτιση μ’ έναν άνθρωπο που οδηγήθηκε σε πράξεις ηρωισμού; «Ο κόσμος, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου, όταν βλέπει την ταινία αισθάνεται ένα είδος μεγαλείου, που σημαίνει ότι αναγνωρίζεις κάποια ποιότητα μέσα σου που ανταποκρίνεται σ’ αυτό που βλέπεις. Αρα την έχουμε αυτή την ποιότητα, μπορούμε να τον καταλάβουμε και να τον νιώσουμε τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, όλοι, τουλάχιστον όπως τον μεταδίδει η ταινία. Μπορώ να φανταστώ μια ιστορία ενός επαναστάτη που επέζησε και δεν πέθανε και αργότερα, στη δύση της ζωής του, έγινε ένας πολύ συστημικός άνθρωπος και ξέχασε αυτά για τα οποία πάλευε.
Και λίγο πριν από το τέλος, βλέπει κάτι που του θυμίζει το παρελθόν του εκείνο και κλαίει σαν μωρό παιδί. Δεν ξέρω αν αυτό υπάρχει στην κυτταρική μας μνήμη, πάντως υπάρχει μια ποιότητα που δεν τη συναντάμε σήμερα, οι άνθρωποι δεν είναι έτοιμοι να πεθάνουν για τα ιδανικά τους κι αυτό που λέμε αξίες είναι ένα πράγμα συγκεχυμένο πια – τότε τα πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα.
Τώρα ζούμε εποχές που χωράνε τα πάντα μέσα μας και θέλει τρομερή αντίσταση για να κρατήσεις τέτοια ιδανικά μέσα σου ακέραια. Δεν ξέρω πολύ κόσμο που το κάνει, αλλά ο Παντελής Βούλγαρης κι η Ιωάννα Καρυστιάνη το κάνουν και είναι και μόνο γι’ αυτό αξιέπαινοι και για πόσα άλλα. Θα ήθελα κι εγώ αυτά που προσπαθώ και προστατεύω, με πίστη και αντίσταση, να καταφέρω να τα κρατήσω».
Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Τελευταίο σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη αλλά, όντας πολυπράγμων, μέσα στη σεζόν, συμμετέχει μ’ έναν μικρό ρόλο στο «Success story» του Νίκου Περάκη, πρωταγωνιστεί στο «Virus» του Αγγελου Φραντζή που βρίσκεται στο post production, ετοιμάζει μια διασκευή του «Reservoir Dogs» στο Σύγχρονο Θέατρο, παίζει στην «Εντα Γκάμπλερ» της Αντζελας Μπρούσκου και παρουσιάζει για δεύτερη χρονιά το ολόδικό του «Moth» στο Ιδρυμα Κακογιάννη από τις αρχές Δεκεμβρίου.
Μέσα σε μια καριέρα που χτίζεται πληθωρικά, πλούσια και επίμονα, τι είναι εκείνο που του δίνει χαρά; «Οι μη προσδοκίες, από τους άλλους ή κι από μένα. Κάθε φορά ώς τώρα που ένιωθα ελεύθερος, ένιωθα παντοδύναμος. Κι αυτό είναι μια αίσθηση που δεν την ανταλλάσσω με τίποτα στη ζωή μου».
Info: Η νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη, «Το Τελευταίο σημείωμα», σε σενάριο της Ιωάννας Καρυστιάνη και δικό του, προβάλλεται στις αίθουσες από την Tanweer.
