Ολοκληρώθηκε το 40ό Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας (και 23ο Διεθνές), με μια τελετή λήξης συμπυκνωμένη για τα δεδομένα του και μια απονομή βραβείων που ανέδειξε ως μεγάλο νικητή του ελληνικού διαγωνιστικού τμήματος το «Play» του Βαγγέλη Λυμπερόπουλου, στην πρώτη κινηματογραφική σκηνοθεσία του έπειτα από χρόνια εξαιρετικά επιτυχημένης καριέρας στη διαφήμιση. Με 65 ταινίες στο Εθνικό Διαγωνιστικό Τμήμα, το Φεστιβάλ συγκέντρωσε οπωσδήποτε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της φετινής ελληνικής παραγωγής – παρότι, μ’ ένα τόσο μεγάλο νούμερο, αναπόφευκτα, πολλές από τις ταινίες δεν κατάφεραν παρά να χαμηλώσουν τη γενική εικόνα του προγράμματος.
Με φυσικές αναφορές στα δύο μεγαλύτερα ζητήματα της εποχής μας, την οικονομική ανέχεια και το προσφυγικό, οι ταινίες του Εθνικού Διαγωνιστικού, ωστόσο, ανέδειξαν σε μεγάλο βαθμό άλλες οπτικές γωνίες της πραγματικότητας. Η γυναικεία κακοποίηση –ή η γυναικεία χειραφέτηση, αναλόγως της προσέγγισης–, η αγροτική ζωή και η ελληνική επαρχία, η διαφορετικότητα (ως φόρμα ή ως περιεχόμενο), ο θάνατος, κυριολεκτικός ή μεταφορικός, ήταν οι άξονες πάνω στους οποίους κινήθηκαν οι φετινές ταινίες, αφήνοντας, ωστόσο, συχνά, το σινεμά να τις ταξιδέψει στα πιο ζωντανά είδη, από την κωμωδία και το νουάρ, ώς, για πρώτη φορά, το μιούζικαλ.
Στην τελετή λήξης του φεστιβάλ, ο πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Δημήτρης Παπαϊωάννου, δήλωσε με μια σχετική αοριστία ότι το ΕΚΚ προτίθεται, εάν προσφέρουν υποστήριξη και άλλοι φορείς, να βοηθήσει ώστε του χρόνου το Φεστιβάλ Δράμας να μη διαρκέσει μόνο μία εβδομάδα, αλλά να απλωθεί και σε προφεστιβαλικές εκδηλώσεις. Ισως, βέβαια, καλύτερη ιδέα είναι όχι ν’ αυξηθεί η διάρκεια του φεστιβάλ, αλλά να επιλέγεται αυστηρότερα ο κεντρικός κορμός του, τα δύο διαγωνιστικά τμήματά του, για μια πιο δυνατή και αληθινά αντιπροσωπευτική εικόνα της ετήσιας παραγωγής.
Το μεγάλο βραβείο του ελληνικού διαγωνιστικού, τον Χρυσό Διόνυσο, κέρδισε το «Play» του Βαγγέλη Λυμπερόπουλου, μια τέλεια κατασκευασμένη, ευφάνταστη και διαβρωτική αλληγορία για τις συνέπειες της κρίσης. Με τον Αργυρό Διόνυσο και το Βραβείο Σεναρίου τιμήθηκε η «Κατάψυξη» του γνώριμου, πια, Δημήτρη Νάκου, που ξεδίπλωσε τη σκηνοθετική ισορροπία και τη σιγουριά του. Στις ερμηνείες ξεχώρισαν ο Γιάννης Στάνκογλου για το προσωποκεντρικό «Η Ζωή Μετά» του Γιώργου Σαγιά και η εκπληκτική Φωτεινή Μπαξεβάνη για την εξαιρετική «Ουρανία» της Δέσποινας Κούρτη, που θα μπορούσε να έχει αναγνωριστεί περισσότερο στα βραβεία.
Απούσες από τις επιλογές της κριτικής επιτροπής (με πρόεδρο τη διευθύντρια φωτογραφίας Κατερίνα Μαραγκουδάκη) ήταν κάποιες από τις καλύτερες ταινίες του προγράμματος, ανάμεσά τους ο «Καουμπόης» του Γιάννη Χαριτίδη και οι «Ράγες» της Ελίνας Φέσσα, αλλά και το «Φράγμα» του Γιώργου Τελτζίδη, που απέσπασε μόνο το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης από την κριτική επιτροπή του Διεθνούς Προγράμματος, όπου εκπροσωπούσε την ελληνική παραγωγή.
