Μέσα στην ακριτική πόλη της Δράμας, μέσα σε μια διοργάνωση που κλείνει φέτος τέσσερις δεκαετίες, τουλάχιστον για το εθνικό της πρόγραμμα (κι έχει λάβει τη μεγαλύτερη οικονομική υποστήριξη από το ΥΠΠΟ από το 2012 και μετά), βολτάρει, όπως κάθε φθινόπωρο, το νέο ελληνικό σινεμά.
Νέο στην κυριολεξία, αυτό που σχηματίζουν οι σκηνοθέτες (και σεναριογράφοι και ηθοποιοί και όλοι οι συντελεστές της κάθε ταινίας) οι οποίοι δηλώνουν ταυτότητα και εξερευνούν τα όρια της κινηματογραφικής δημιουργίας στη χώρα.
Ενα φεστιβάλ είναι τόσο καλό όσο οι ταινίες που προβάλλει. Κι είναι πολύ νωρίς για να βγάλει κανείς συμπεράσματα για τη φετινή «συλλογή», με μόνο δύο ημέρες προβολών να έχουν περάσει. Ωστόσο η συγκομιδή της χρονιάς, ή των λίγων τελευταίων χρόνων, δίνει το στίγμα τους κι είναι φωτεινό.
Οι νέοι Ελληνες σκηνοθέτες μοιάζουν τολμηρότεροι –ίσως επειδή έχουν λιγότερα να χάσουν. Δοκιμάζουν, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι παλιά, το σινεμά είδους. Το μελόδραμα, τη φαντασία, το νουάρ, το θρίλερ, την κωμωδία. Δείγμα, γενικά μιλώντας, μιας κινηματογραφίας πιο υγιούς απ’ όσο θα θεωρούσαμε τη δική μας.
Η οικονομική κρίση μπορεί να διαπερνά τις ταινίες στον τρόπο δημιουργίας τους -περισσότερα τα low cost με έξυπνες ιδέες, λιγότερες οι πιο άνετες παραγωγές- αλλά όχι τόσο ως περιεχόμενο. Το ίδιο και το προσφυγικό ζήτημα, που απασχολεί αλλά όχι σαρωτικά, τους νέους δημιουργούς.
Αντίθετα, αν κάτι χαρακτηρίζει το ώς τώρα σύνολο των ταινιών του Εθνικού Διαγωνιστικού Τμήματος είναι η έλλειψη χαρακτηρισμού. Η ποικιλία, η πολυμορφία. Οι νέοι άνθρωποι του σινεμά χαμογελούν στραβά στα ρεύματα και κάνουν το δικό τους, με το ρίσκο που αυτό εμπεριέχει.
Η φρεσκάδα των ταινιών έχει μια απευθείας σύνδεση με τον κόσμο, με άλλες χώρες: όχι επειδή κάποιες από τις ταινίες έχουν γίνει από Ελληνες που ζουν ή σπουδάζουν στο εξωτερικό. Αλλά περισσότερο επειδή η νέα γενιά του σινεμά έχει αφομοιώσει την παγκοσμιοποίηση της τέχνης και έχει πετάξει από πάνω της το βάρος της εθνικής ταυτότητας, κρατώντας μόνο τις χάρες της.
Ταυτόχρονα έχουν αρχίσει να δηλώνουν σαφή παρουσία και οι τρεις πιο εμφανείς κινηματογραφικές σχολές της χώρας. Τόσο η -σταθερή αξία- Σχολή Σταυράκου όσο και η SAE Athens και το Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ: πιο δειλή ή πιο ισχυρή, με διαφορετική ένταση και αδυναμίες ή προτερήματα, αλλά με μια ταυτότητα που δείχνει ότι, συνδυαστικά τουλάχιστον, κάτι κινείται στις κινηματογραφικές σπουδές στη χώρα.
Αυτός είναι ο όγκος δουλειάς, η συγκέντρωση ταλέντου και ορμής, που το Φεστιβάλ Δράμας έχει την τιμή να φιλοξενεί στη βορειοελλαδίτικη πόλη. Κι αν η έμπνευση και η ικανότητα δεν είναι απαραίτητα ο κανόνας, σίγουρα δεν είναι η εξαίρεση.
Σε κάθε πρόγραμμα έξι-εφτά ταινιών σίγουρα η μία ή οι δύο είναι φέτος δουλειές που μπορείς να θαυμάσεις ή να σκεφτείς ή να συζητήσεις. Κι άλλοι τόσοι οι σκηνοθέτες που είσαι σίγουρος ότι θα ξαναβρείς στον δρόμο σου προς την αίθουσα στα χρόνια που έρχονται.
