Στο «Birdman», ένα παραλίγο αριστούργημα, ο Ινιάριτου εισχωρεί σε έναν διχασμένο, ξεπεσμένο κινηματογραφικό σταρ, που επιχειρεί καλλιτεχνική στροφή στο θέατρο. Οι επώνυμοι ηθοποιοί (μεγαλειώδης ο Μάικλ Κίτον) αλλά και άλλα στοιχεία συνηγορούν υπέρ της αυτοανα-φορικότητας της ταινίας.
Βirdman ή (Η απρόσμενη αρετή της αφέλειας)
Σκηνοθεσία: Αλεχάντρο Γκονσάλες Ινιάριτου
Ηθοποιοί: Μάικλ Κίτον, Εμα Στόουν, Εντουαρντ Νόρτον, Ζακ Γαλιφιανάκης, Ναόμι Γουότς
Ο Ρίγκαν Τόμσον, πάλαι ποτέ επιτυχημένος ηθοποιός ως εμπορικός υπερήρωας σε franchise ταινιών, επιχειρεί να βρει την «αλήθεια» στο θέατρο με την παραγωγή μιας «καλλιτεχνικής» παράστασης, ενός έργου του Ρέιμοντ Κάρβερ που θα διασκευάσει, θα σκηνοθετήσει και όπου θα κρατήσει τον κεντρικό ρόλο. Την ίδια ώρα, ο ολόδικός του Birdman, ο υπερήρωας που ενσάρκωνε, ως alter ego του, τον πιέζει να δοκιμάσει για άλλη μια φορά τον «εύκολο» δρόμο του σινεμά και των εκατομμυρίων εισιτηρίων. Καθώς ο Ρίγκαν είναι αποφασισμένος να ξαναεπιβληθεί τόσο στο κοινό όσο και στην «τέχνη», ο περίγυρός του απειλεί να τον κάνει να λοξοδρομήσει από τον στόχο που επιδιώκει με μανία.
Η νέα ταινία του Ινιάριτου, του Μεξικανού δημιουργού ταινιών σαν το «Βαβέλ» και τα «21 γραμμάρια», ή σαν την «Τυφλότητα» που προτιμάμε να ξεχνάμε, είναι ένα φιλμ αυτοαναφορικό με πολλούς τρόπους. Ο Κίτον πρωταγωνιστεί ακριβώς σε μια «καλλιτεχνική» ταινία, έχοντας περάσει μια ολόκληρη καριέρα στο εμπορικό σινεμά και δη στην κωμωδία, με απόγειο τον ρόλο του στο υπερηρωικό «Batman Returns». Αντίστοιχα, ο Ινιάριτου κάνει μια «καλλιτεχνική» ταινία, χρησιμοποιώντας επώνυμους ηθοποιούς, ντύνοντας το υπαρξιακό δράμα με φαντασία και κωμικά στοιχεία και καταλήγοντας μάλλον επιτηδευμένα να κατακρίνει το εμπορικό σινεμά που, ωστόσο, αποζητά.
Εκείνο που αποφασίζει να αφηγηθεί κινηματογραφικά ο Ινιάριτου, με τη σύμπραξη, βέβαια, του σύγχρονου μάγου-φωτογράφου Εμανουέλ Λουμπέσκι, το αμπαλάρει μ’ ένα δημιούργημα συναρπαστικό. Με μια σειρά από ιλιγγιώδη μονοπλάνα, με γωνίες λήψης που πριν από λίγα χρόνια δεν θα ήταν καν εφικτές, η ταινία ακολουθεί τη δαιδαλώδη δράση και σκέψη των ηρώων, που πηγαινοέρχονται από τον πραγματικό στον φανταστικό κόσμο, από τον έρωτα στον θάνατο, την αθωότητα, την κατάχρηση, με επίκεντρο τη διαχρονική πάλη του «ποιοτικού» με το «λαϊκό».
Ο Μάικλ Κίτον είναι μεγαλειώδης, ο Εντουαρντ Νόρτον πυρακτωμένος, η Εμα Στόουν πάντα αξιολάτρευτη, η ταινία άλλωστε είναι ήδη υποψήφια για 9 Οσκαρ. Ωστόσο, παρότι η μαεστρία του Ινιάριτου είναι καθηλωτική, ο θεατής γρήγορα θα συνειδητοποιήσει ότι βλέπει μια πολύπλοκη, φιλόδοξη ταινία για μια πολύ μικρή, πολύ προσωπική αλήθεια: την ανάγκη για αποδοχή και τον προβληματισμό για το πώς αποτυπώνονται –στη μνήμη, στην ιστορία– η ύπαρξη, το συναίσθημα ή η σημασία ενός ανθρώπου. Κι αν ο Ινιάριτου είναι, χωρίς αμφιβολία, ένας εμπνευσμένος σκηνοθέτης, άλλο τόσο μοιάζει να είναι ένας υπερφίαλος άνθρωπος, τραυματίζοντας με τη σοβαροφάνειά του ένα παραλίγο αριστούργημα.
Ενα σπίτι στο Παρίσι (My Old Lady)
Σκηνοθεσία: Ισραελ Χόροβιτς
Ηθοποιοί: Μάγκι Σμιθ, Κέβιν Κλάιν, Κριστίν Σκοτ Τόμας, Ντομινίκ Πινόν, Νοεμί Λβοβσκί
Ο Αμερικανός Ματίας κληρονομεί από τον πατέρα του ένα σπίτι στο Παρίσι, στο Μαρέ, μόνο που το «πακέτο» έρχεται μαζί με την 90χρονη κάτοικο του σπιτιού και την κόρη της, που αρνούνται να βγουν. Βασισμένη στο θεατρικό έργο του ίδιου του σκηνοθέτη, η ταινία παρουσιάζει ολόκληρη τη «γραφική» εικόνα για τη γαλλική κουλτούρα, σε μια ιστορία που ξεκινά ως κομεντί κι εξελίσσεται ως δράμα, χωρίς πειστικότητα κι αυθεντικότητα, όσο κι αν το να βλέπεις το καστ στην οθόνη σε γεμίζει από μόνο του χαρά.
Οδηγός επιτυχίας (Maps to the Stars)
Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ
Ηθοποιοί: Τζούλιαν Μουρ, Τζον Κιούζακ, Μία Γουασικόφσκα, Ρόμπερτ Πάτινσον, Κάρι Φίσερ
Μια σταρ σε ελεύθερη πτώση, η προσωπική βοηθός της, ο γκουρού life coach της κι ο διάσημος 13χρονος ηθοποιός γιος του στήνουν έναν σφιχτό χολιγουντιανό κλοιό από κρυφές επιθυμίες κι απωθημένα, σ’ ένα μοιραίο παιχνίδι με τη φωτιά, μεταφορική και κυριολεκτική.
Αν στις προηγούμενες ταινίες του ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ είχε χάσει το ύφος του, εδώ έχει ξαναβρεί τον εαυτό του, παρότι όχι τον καλύτερο. Συνδυάζοντας το θρίλερ με το μελόδραμα, εκφράζει την απόλυτη καταδίκη του Χόλιγουντ και της ακόρεστης επιθυμίας των ανθρώπων του για ό,τι ακραίο: από την ύψιστη δόξα ώς τη new age υγιεινή. Ο Κρόνενμπεργκ μιλά με στοιχεία κλασικού θρίλερ παλιάς κοπής, με μια ασπρόμαυρη ταινία-μέσα-στην-ταινία, με αποσπάσματα από το πανέμορφο ποίημα «Liberté» του Πολ Ελιάρ, με εργαλεία που συνθέτουν ένα πληθωρικό μελόδραμα, ατμοσφαιρικό και πυκνό, με εξίσου μαύρο χιούμορ. Κι όσο το υπόλοιπο καστ περιορίζεται μάλλον σε καρικατούρες, η Τζούλιαν Μουρ δίνει μια ερμηνεία εφάμιλλη μιας Τζόαν Κρόφορντ.
Μόνο που, σαν παρασυρμένος από την ίδια του την πικρία και το παθιασμένο κατηγορώ του, ο Κρόνενμπεργκ οδηγεί το φιλμ, με φρενήρη αποφασιστικότητα, σε μια «φωσκολική» υπερβολή που ρίχνει όλο το εγχείρημα στον γκρεμό της ευκολίας, έστω με στιλ.
