Baby Driver ★★★★½☆
(ΗΠΑ, Μεγ. Βρετανία, 2017, 102΄)
- σκηνοθεσία: Εντγκαρ Ράιτ
- ηθοποιοί: Ανσελ Ελγκορτ, Λίλι Τζέιμς, Κέβιν Σπέισι, Τζον Χαμ, Τζέιμι Φοξ
Μια κινηματογραφική αυτοκινητάδα με σασπένς, αδρεναλίνη, coolness κι ένα αρχετυπικό ρομάντζο για τη γλύκα. Ο Εντγκαρ Ράιτ, ο fanboy-σκηνοθέτης που μας ψυχαγώγησε στο παρελθόν με το «Shaun of the Dead», το «Hot Fuzz» και τον «Scott Pilgrim», κάνε ένα heist movie τόσο μουσικό όσο το «La La Land» και με την ίδια χρωματική παλέτα, μόνο χωρίς τα μουσικοχορευτικά, παρότι η οδήγηση του Baby κάνει πιρουέτες.
Ο Baby είναι ένας 20χρονος ορφανός ο οποίος χρωστάει χάρη στον Ντοκ του Κέβιν Σπέισι κι είναι υποχρεωμένος να δουλεύει γι’ αυτόν, πιλοτάροντας τ’ αυτοκίνητα που φυγαδεύουν τις συμμορίες του από ληστείες. Ολοκληρώνει την τελευταία δουλειά της οφειλής του αλλά, όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, δεν έχει καθαρίσει ακόμα.
Ετσι το heist movie γίνεται πολλαπλό, με απίθανες σκηνές καταδίωξης, καμία από τις οποίες δεν ξεπερνά την πρώτη με τα συνεχόμενα τετ α κε.
Ακόμα καλύτερα, η κάθε σκηνή έχει το δικό της σάουντρακ, από Beach Boys μέχρι Queen, μέσω Ντέιβ Μπρούμπεκ, που δίνει τον ρυθμό, την ταχύτητα, το ύφος, ένα σάουντρακ που θέλεις όχι να το ακούς, αλλά να το ζεις. Είναι μια ταινία σκηνοθετημένη σαν mixtape, με τους ήχους και τις εικόνες να δουλεύουν μαζί, όπως και στο μυαλό του Baby.
Ο Ανσελ Ελγκορτ στον πρωταγωνιστικό ρόλο, μετά τα «The Fault in our Stars» και «Divergent», δείχνει ότι μπορεί να έχει και χιούμορ κι ένα αγορίστικο σεξαπίλ, ό,τι πρέπει για να κερδίσει το πρότυπο της αμερικανικής αθωότητας της (Βρετανίδας) Λίλι Τζέιμς. Γύρω τους οι «συμμορίτες» Κέβιν Σπέισι, Τζον Χαμ, Ελζα Γκονζάλες, Τζέιμι Φοξ δίνουν χαριτωμένα υπερβολικές ερμηνείες σε μια ταινία που βλέπεται, ακούγεται και βιώνεται δυνατά και με πλατύ χαμόγελο.
ODEON ESCAPE ΙΛΙΟΝ, ODEON STARCITY, VILLAGE MALL, VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ, VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ, VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ, VILLAGE ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, ΑΕΛΛΩ CINEMAX, ΑΙΓΛΗ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΧΑΛΑΝΔΡΙ, ΑΛΣΟΣ Ν. ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ, ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, ΑΡΚΑΔΙΑ ΒΥΡΩΝΑΣ, ΑΤΤΙΚΟΝ ΑΛΣΟΣ, ΒΟΞ, ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΓΛΥΦΑΔΑ, ΝΑΝΑ CINEMAX, ΟΝΑΡ, ΟΝΕΙΡΟ ΡΕΝΤΗ, ΡΙΑ ΒΑΡΚΙΖΑ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΧΑΪΔΑΡΙ, ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΗΝΗ, ΣΙΝΕ ΧΟΛΑΡΓΟΣ, ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑς, ΤΡΙΑΝΟΝ ΣΑΡΩΝΙΔΑ, ΦΛΕΡΥ ΚΑΛΛΙΘΕΑ, ΦΛΟΙΣΒΟΣ, ΧΛΟΗ
Atomic Blonde ★★★★½☆

(ΗΠΑ, Γερμανία, Σουηδία, 2017, 115΄)
- σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιτς
- ηθοποιοί: Σαρλίζ Θερόν, Τζέιμς ΜακΑβόι, Τζον Γκούντμαν, Σοφία Μπουτέλα, Τόμπι Τζόουνς
Στις αίθουσες από τη Δευτέρα 21 Αυγούστου. Η Σαρλίζ Θερόν δεν είναι μόνο blonde σ’ αυτό το κατασκοπικό θρίλερ, είναι μηχανή θανάτου κι ερωτισμού, ατομικής ενέργειας. Το σενάριο την θέλει στις τελευταίες μέρες πριν από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, σε αποστολή της MI6, στο απόγειο του ψυχρού πολέμου αλλά και της new wave, να πηγαίνει στο Ανατολικό Βερολίνο για να διαλευκάνει τον φόνο συναδέλφου.
Εκεί θα συναντήσει μια πανικόβλητη κόλαση κατασκοπίας κι αντικατασκοπίας, δολοπλοκίας κι εγκλήματος, σ’ έναν κόσμο που καταρρέει χωρίς να είναι σίγουρος για τη διάδοχη κατάσταση και στον οποίο μπορεί να επιβιώσει μόνο με άγριο ξύλο, εξαιρετική σωματική αντοχή, απίθανα πανκ αξεσουάρ, New Order, Clash και Μπάουι.
Η ιστορία, χωρίς να φιλοδοξεί να γίνει Τζον λε Καρέ, έχει σασπένς κι ανατροπές, αλλά και έξυπνο χιούμορ, έντονη αίσθηση του παραλογισμού της εποχής και ήρωες που ξεπερνούν την καρικατούρα.
Ο Ντέιβιντ Λιτς, στάντμαν και συν-σκηνοθέτης του «John Wick», ρίχνει την έμφασή του στη δράση και, μεταξύ άλλων, χορογραφεί μια σκληρή πάλη στο ύψος ενός ολόκληρου ανατολικοβερολινέζικου πολυώροφου σπιτιού, με φυσικό ήχο.
Δίπλα στον θαυμάσιο Τζέιμς ΜακΑβόι, σε δεύτερο αλλά καθοριστικό ρόλο συναδέλφου κατασκόπου που έχει παραενσωματωθεί στο περιβάλλον του, η Σαρλίζ Θερόν τα σπάει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αποδεικνύοντας ότι εκτός από συναρπαστικά αγαλματώδης και άξια ηθοποιός, μπορεί να γίνει και ηρωίδα δράσης που θα φοβούνταν κι ο Τζέιμς Μποντ κι ο Τζέισον Μπορν, ακόμα κι ο The Rock.
Πλανητάριο ★★★☆☆

(Planetarium, Γαλλία, Βέλγιο, 2016, 105΄)
- σκηνοθεσία: Ρεμπέκα Ζλοτοφσκί
- ηθοποιοί: Νάταλι Πόρτμαν, Λίλι-Ρόουζ Ντεπ
Δύο αδερφές, που εικάζεται πως μπορούν να επικοινωνήσουν με πνεύματα, διασταυρώνουν τις διαδρομές τους με έναν Γάλλο παραγωγό στο Παρίσι.
Η Ρεμπέκα Ζλοτοφσκί (του «Grand Central») χρειάζεται απεγνωσμένα σεναριογράφο που να καλύπτει τις δικές της τρανταχτές αδυναμίες. Παράδειγμα ετούτο εδώ το αξιοπερίεργο art house, μια σχιζοφρενική ιστορία εποχής, που κάθε λίγα λεπτά μετασχηματίζεται σε διαφορετική ταινία. Αν πας τουαλέτα στη διάρκεια του φιλμ και επιστρέψεις 5 λεπτά αργότερα, πιθανότατα θα νομίσεις πως μπήκες σε λάθος αίθουσα.
Είναι αυτή η ταινία μια ιστορία για φαντάσματα και ό,τι αυτά μπορεί να συμβολίζουν; Είναι ένα απρόσμενο love story εποχής; Ενα ανατρεπτικό οικογενειακό δράμα; Η βιογραφία ενός κινηματογραφικού παραγωγού την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου; Ναι, σίγουρα, βεβαίως.
Αυτό που συνδέει τη διαρκώς μετασχηματιζόμενη περιπέτεια είναι η ματιά της Ζλοτοφσκί, η οποία ξέρει πώς να πει μια ιστορία χρησιμοποιώντας φως, σκιές, αισθητική, και πρόσωπα κινηματογραφικών σταρ. Η ίδια η ιστορία είναι εξάλλου σε μεγάλο βαθμό ένας αναλογισμός πάνω στις αλήθειες και τα ψέματα κάθε είδους ερμηνευτικής τέχνης, καταλήγοντας φυσικά στο σινεμά. Στο κέντρο όλων βρίσκεται η Πόρτμαν που γνωρίζει πώς να διαχειριστεί κάθε νέα απότομη αφηγηματική στροφή, από μέντιουμ ώς σταρ του φακού.
Ομως αν η κάμερα της Ζλοτοφσκί πραγματικά απογειώνει κάποια από τις ηρωίδες της, αυτή είναι η Λίλι-Ρόουζ Ντεπ. Σε μια κατασκευή αβέβαιου σχήματος και υφής, μια στιβαρή αισθητική ματιά και η καθοδήγηση ενός απολαυστικού πρωταγωνιστικού διδύμου μπορεί και να είναι αρκετές. Εξάλλου τι είναι και το σινεμά, αν όχι μια ερμηνευτική τέχνη γεμάτη φαντασία; Θ. Δημητρόπουλος
150mg ★★½☆☆☆

(La Fille de Brest, Γαλλία, 2016, 128΄)
- σκηνοθεσία: Εμανουέλ Μπερκό
- ηθοποιοί: Σίντσε Μπάμπετ Κνούντσεν, Μπενουά Μαζιμέλ
Η ηθοποιός και σκηνοθέτις Μπερκό («Με το κεφάλι ψηλά») μεταφέρει στην οθόνη την πραγματική ιστορία της Ιρέν Φρασόν, όπως εκείνη την εξέφρασε στο βιβλίο της. Η Φρασόν, ιατρός πνευμονολόγος στη Βρετάνη, τόλμησε, με συμπαραστάτες μόνο την ομάδα της από το νοσοκομείο, να πολεμήσει τη γαλλική φαρμακοβιομηχανία για ένα φάρμακο του εμπορίου που κατηγορήθηκε ότι προκάλεσε εκατοντάδες θανάτους. Μια γυναίκα μόνη εναντίον όλων, μια «Εριν Μπρόκοβιτς» με γαλλική ιδιοσυγκρασία.
Η ταινία εντοπίζει στο άτομο τόσο ιδεολογικά, όσο και σκηνοθετικά, με κοντινά στα πρόσωπα, στα χέρια, στα μάτια των «μικρών» αυτού του δράματος Δαβίδ και Γολιάθ. Συγκινητική, μ’ ένα χαριτωμένο, αδέξιο χιούμορ, αλλά και μια απλούστευση καταστάσεων και προσωπικοτήτων, η ταινία κερδίζει πόντους δύναμης από τη συναρπαστική, ευέλικτη και σαρωτική ερμηνεία τής Κνούντσεν.
Αβέβαιος θρίαμβος ★★½☆☆☆

(Incerta Gloria, Ισπανία, 2017, 115΄)
- σκηνοθεσία: Αγουστί Βιγιαρόνγκα
- ηθοποιοί: Μαρσέλ Μποράς, Νούρια Πριμς, Οριόλ Πλα, Μπρούνα Κουζί
Στον ισπανικό εμφύλιο, το 1937, ο Λουίς, νεαρός αξιωματικός, τοποθετείται σ’ ένα χωριό στην Αραγόνα. Εκεί θα γνωρίσει τη χήρα αφέντρα του τόπου, την Καρλάνα, την οποία θα ερωτευτεί. Εκείνη θα τον χρησιμοποιήσει για το προσωπικό της συμφέρον, ενώ ο φίλος του Λουίς θα σταθεί μοιραία εμπόδιο στη σχέση τους και η σύντροφος τού Λουίς και μητέρα του παιδιού τους θ’ αποφασίσει να τον επισκεφτεί.
Μελόδραμα εποχής από τον σκηνοθέτη τού «Μαύρο Ψωμί», με αυξημένες δόσεις πάθους και μίσους, που θα θύμιζε περισσότερο τελενοβέλα εάν δεν ήταν γυρισμένο στα απίθανα, μαγευτικά φυσικά τοπία και σπίτια της μεσαιωνικής Αραγόνας, φωτογραφημένα από τον Γιοζέπ Τσιβίτ, σαν διαδοχικοί πίνακες του Γκόγια.
Ο σωματοφύλακας του εκτελεστή ★★☆☆☆

(The Hitman’s Bodyguard, ΗΠΑ, 2017, 118΄)
- σκηνοθεσία: Πάτρικ Χιουζ
- ηθοποιοί: Ράιαν Ρέινολντς, Σάμιουελ Λ. Τζάκσον, Γκάρι Ολντμαν
Εξαιρετικά ικανός σωματοφύλακας καλείται από την πρώην του (μέλος της Ιντερπολ) να μεταφέρει στη Χάγη επικίνδυνο εκτελεστή, ο οποίος πρόκειται να καταθέσει εναντίον εγκληματία πολέμου. Η διαδρομή φυσικά θα είναι γεμάτη εμπόδια.
Κωμική περιπέτεια του Πάτρικ Χιουζ (των τρίτων και χειρότερων «Expendables»), ανήμπορη να ισορροπήσει τα κωμικά της στοιχεία με την εντελώς κυνική βία στις σκηνές δράσης της. Η ταινία ξαναγράφτηκε βιαστικά λίγες βδομάδες πριν από τα γυρίσματα, όταν το πρωταγωνιστικό δίδυμο των Ρέινολντς (ο σωματοφύλακας) και Τζάκσον (ο εκτελεστής) έκλεισε συμφωνία να πρωταγωνιστήσει, κι έτσι μια καθαρόαιμη περιπέτεια μετατράπηκε σε αβέβαιη κωμωδία του καλοκαιριού, βασισμένη αποκλειστικά στα ταλέντα και τις ορέξεις του πρωταγωνιστικού της διδύμου.
Η ταινία, ούτε αρκετά στυλιζαρισμένη ως δράση ούτε αρκετά εμπνευσμένη ως κωμωδία, θα σε πάει εν τέλει όσο μακριά μπορεί να την κουβαλήσει το πρωταγωνιστικό της δίδυμο, που μοιάζει καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής να αυτοσχεδιάζει. Στις καλές της στιγμές θυμίζει κάτι σαν χαμένο συγγενή τού «Kingsman». Στις υπόλοιπες είναι σαν σκετσάκι του «SNL», που κράτησε παραπάνω από όσο ήθελε και ξέμεινε από αστεία. Θ. Δημητρόπουλος
