Θερινό σινεμά, ανοιχτός ουρανός, κάτι να τσιμπάς, κάτι να πίνεις, μια ταινία να βλέπεις στη μεγάλη οθόνη. Συχνά με χαμηλό ήχο ή με θαμπή εικόνα από τη χωρίς σέρβις μηχανή προβολής: το ελληνικό κοινό ποτέ δεν νοιάστηκε ιδιαίτερα για την ποιότητα προβολής στα θερινά σινεμά, ούτε καν για την ποιότητα των ταινιών που προβάλλονταν τα βράδια της καλοκαιρινής ραστώνης.
Το θερινό σινεμά είναι τόσο αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού καλοκαιριού που το κοινό το βάζει με χαρά στο πρόγραμμά του, με μπόλικες εκπτώσεις (στις απαιτήσεις του – ποτέ στα εισιτήρια, δυστυχώς). Μέχρι φέτος.
Η θερινή σεζόν ξεκίνησε… χειμωνιάτικα για τα ανοιχτά σινεμά. Μπορεί οι αίθουσες να άνοιξαν, όπως συνήθως, στα μέσα Μαΐου, αλλά η ψύχρα, οι απανωτές βροχές-έκπληξη, που μας έδιναν τακτικά ραντεβού τα Σαββατοκύριακα, έφεραν την καταστροφή στα ταμεία. Και, μάλιστα, κυρίως στις ελαφρώς ή πολύ καλλιτεχνικές ταινίες, εκείνες που τραβούν και το κοινό λίγο μεγαλύτερων ηλικιών στα θερινά.
Οι κλειστοί πολυκινηματογράφοι έφεραν μέτρια, αλλά όχι απογοητευτικά εισιτήρια στα blockbusters όπου πηγαίνουν με σταθερή ευκολία οι έφηβοι και νεότεροι σε ηλικία θεατές.
Ετσι, έναν μήνα αργότερα, χρειάστηκε να φτάσουμε σ’ αυτό το κινηματογραφικό Σαββατοκύριακο-4ήμερο, μετρώντας από την Πέμπτη που βγαίνουν οι νέες ταινίες στις αίθουσες, ζεστό και αληθινά καλοκαιρινό ώστε οι θερινές αίθουσες να μπουν σ’ έναν ρυθμό που μοιάζει με τον φυσιολογικό.
Οσο καταστροφική κι αν ήταν η συνεχιζόμενη βροχή ωστόσο, δεν ήταν ο μόνος λόγος που τα θερινά σινεμά δεν πήραν φόρα αυτή τη σεζόν. Η αναίτια πληθώρα νέων ταινιών, 8-10 τίτλοι που έβγαιναν κάθε βδομάδα στις αίθουσες τον χειμώνα, συνεχίζεται και στην αρχή του καλοκαιριού. Με ακόμα χειρότερες επιλογές, λες και κάποιες από τις εταιρείες διανομής χρησιμοποιούν τα θερινά σινεμά για να «ξεφορτωθούν» ταινίες, όπως παλιότερα θα έκαναν με τα φιλμ που έβγαιναν κατευθείαν σε DVD.
Με αυτή τη συσσώρευση, ακόμη κι αν μία από τις ταινίες λειτουργήσει, δηλαδή τα πρώτα της εισιτήρια δείξουν ότι έχει μια προοπτική διάρκειας στις αίθουσες και στα ταμεία, δεν έχει, ωστόσο… χώρο, καθώς οι αίθουσες είναι κλεισμένες με άλλη ταινία κάθε εβδομάδα. Ετσι οι ταινίες που το κοινό μοιάζει να θέλει να δει χάνουν την ευκαιρία, έστω σε βάθος χρόνου, να κάνουν την επιτυχία τους, μια και γρήγορα μεταφέρονται σε περιφερειακές αίθουσες.
Ταυτόχρονα, χωρίς αυτό να γνωρίζει εποχές, ο Ελληνας θεατής έχει γίνει πιο φτωχός, άρα πιο επιλεκτικός και πιο απαιτητικός τόσο ως προς τις ταινίες όσο και ως προς τις υπηρεσίες που του παρέχονται στο σινεμά. Δεν θα πάει, τουλάχιστον όχι με την ίδια ευκολία, να δει κάθε γαλλική κωμωδία που κυκλοφορεί με το «Θεέ μου» στον τίτλο της απλώς επειδή πριν από τρία χρόνια το «Θεέ μου, τι σου κάναμε;» έσπασε τα καλοκαιρινά ταμεία. Δεν θα πάει σε μια ταινία με πολύ κακές κριτικές – πράγμα που, αληθινά, τα παλιότερα χρόνια δεν είχε την ίδια ανταπόκριση – ακόμη κι αν το καστ της είναι περίοπτο.
Δεν θα πάει σ’ ένα φιλμ που ψυχανεμίζεται ότι, παλιότερα, δεν θα αξιωνόταν ποτέ προβολή στα σινεμά. Κι ούτε θα πληρώσει με ευκολία το κανονικό εισιτήριο των 7, καμιά φορά και 8 ευρώ, όταν στην οθόνη βλέπει το σήμα των windows από το pc από το οποίο γίνεται η προβολή, ή εάν το οπτικό του πεδίο κόβει μια… κολόνα στον χώρο, ή εάν μαζί με τους διαλόγους της ταινίας παρακολουθεί και τις συζητήσεις ή τους καβγάδες της κοντινής πλατείας.
Το κοινό νιώθει αρκετά αδύναμο στις υπόλοιπες συνθήκες της ζωής του, από την οικονομική πλευρά τους τουλάχιστον, ώστε να ζητά ό,τι πληρώνει να αξίζει, ακόμη κι αν αυτό είναι το εισιτήριο του σινεμά, σε μια παρεΐστικη μορφή διασκέδασης που ανέκαθεν θεωρούνταν προσιτή.
Ακόμα και στην περίπτωση των επανεκδόσεων, παλαιότερα εγγύηση για ανεβασμένα εισιτήρια το καλοκαίρι, οι θεατές, ζώντας σε μια εποχή όπου οι κλασικές ταινίες είναι εύκολα προσβάσιμες, δεν επιλέγουν τυφλά: αναζητούν είτε μια αίσθηση σπανιότητας, είτε μια ανασκευασμένη, ψηφιακή κόπια που θα τους προσφέρει την ομορφιά του σινεμά που δεν μπορούν να έχουν στο σπίτι τους.
Εάν υπολογίσουμε ότι τα 10.000 εισιτήρια αντιστοιχούν σε έσοδα περίπου 25.000 ευρώ για τον διανομέα, καταλαβαίνει κανείς πόσο καταστροφικά ξεκίνησε το καλοκαίρι όταν, για παράδειγμα, το πρώτο τετραήμερο του Ιουνίου, συνολικά σε όλες τις αίθουσες της Ελλάδας, κόπηκαν 80.000 εισιτήρια.
Ωστόσο, ο καιρός αλλάζει, μεταφορικά και κυριολεκτικά, και δεν έχουμε παρά να περιμένουμε να δούμε πώς θα διαμορφωθεί η αγορά των θερινών σινεμά τώρα που έσφιξαν οι ζέστες. Με αγιόκλημα και γιασεμί και μια παραπάνω δόση σεβασμό στον καταναλωτή ταινιών.
