ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ
Σαν τη σύζυγό του, την Πενέλοπε Κρουζ, ο Χαβιέρ Μπαρδέμ είναι από τους λίγους ηθοποιούς που έχουν αποκτήσει όνομα εξίσου μεγάλο στην Ευρώπη και στο Χόλιγουντ.
Αλλά είναι ίσως ο μοναδικός που δρασκελίζοντας απ’ το ένα άκρο στ’ άλλο δεν διστάζει να προκαλέσει ασυγκράτητο τρόμο ή γλυκιά συγκίνηση σύμφωνα πάντα με τις απαιτήσεις του χαρακτήρα, αδιαφορώντας για τυχόν επιπτώσεις στην επαγγελματική εικόνα του.
«Πέρασε» τον Ατλαντικό για τον ρόλο του ομοφυλόφιλου Κουβανού συγγραφέα Ρεϊνάλντο Αρένας στην ταινία του Τζούλιαν Σνάμπελ «Πριν πέσει η νύχτα» (2000).
Πίσω στη χώρα του, την Ισπανία, μετά από τέσσερα χρόνια δουλειάς στην Αμερική, για την ταινία του Αλεχάντρο Αμενάμπαρ «Η θάλασσα μέσα μου» (2004), ερμήνευσε το πρόσωπο του παραπληγικού ποιητή Ραμόν Σαμπέντρο, ο οποίος πάλεψε για το δικαίωμα στην ευθανασία.
Ακόμα περισσότερη επιτυχία είχει με τον ρόλο του απάνθρωπου εγκληματία στην ταινία των αδελφών Κοέν «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» (2007). Εναν χρόνο αργότερα… εξανθρωπίζεται πάλι στη ρομαντική κωμωδία του Γούντι Αλεν «Vicky Cristina Barcelona». Η συνεργασία του με τον Μεξικανό σκηνοθέτη Αλεχάντρο Ινιάριτου παρήγαγε τον λεπτό ρόλο ενός πατέρα στα πρόθυρα του θανάτου, το 2010, στο «Biutiful».
Περιζήτητος πια από όλους τους γνωστούς σκηνοθέτες, συνέχισε να δουλεύει με τους Τέρενς Μάλικ, Ρίντλεϊ Σκοτ, Σον Πεν, Ντάρεν Αρονόφσκι και άλλους, καλλιεργώντας και αναπτύσσοντας έτσι τη φήμη ενός πολύπλευρου, ταλαντούχου και ευπροσάρμοστου ηθοποιού. Ευπροσάρμοστου ακόμα και στον ρόλο ενός… νεκρού πειρατή.
Στην τελευταία ταινία της σειράς «Οι πειρατές της Καραϊβικής: Η εκδίκηση του Σαλαζάρ» παίζει το οργισμένο φάντασμα του Ισπανού πειρατή καπετάνιου Σαλαζάρ -για μια ακόμα φορά δοσμένος ολόκληρος σ’ αυτό το υψηλής τεχνολογίας παραμύθι- ο οποίος κυνηγάει αλύπητα τον Τζακ Σπάροου (Τζόνι Ντεπ).
• Μια και η ταινία είναι για πειρατές, να σας ρωτήσω: Είστε θαλασσινός τύπος; Ποια είναι η σχέση σας με τη θάλασσα;
Γεννήθηκα στα Κανάρια Νησιά, αλλά όταν ήμουν ενός έτους, οι γονείς μου μετακόμισαν στη Μαδρίτη. Αρα δεν είμαι θαλασσινός τύπος… Για το γύρισμα της ταινίας δεν ήμασταν στη θάλασσα. Εγινε όλη στο στούντιο. Τρελό, έτσι; Τα εφέ είναι απίθανα καλά – δεν θα υπέθετες ποτέ ότι δεν ήμουν στο νερό.
Για την ακρίβεια, ήμουν στη θάλασσα μόνο για τη σκηνή της παραλίας – μια παραλία στην Αυστραλία με κάτασπρη άμμο. Τα υπόλοιπα όλα έγιναν στο στούντιο, μπροστά σε μπλε οθόνη. Δεν το πίστευα ότι θα πετύχαινε. Αλλά πέτυχε!
• Ποιες είναι οι δυσκολίες που παρουσιάζει μια ταινία σαν τους «Πειρατές της Καραϊβικής» σε έναν ηθοποιό με κλασική παιδεία όπως εσείς;
Πιστεύω ότι η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν το να δουλέψω περιτριγυρισμένος από αυτόν τον κόσμο των εφέ υψηλής τεχνολογίας, όπου δεν σου προσφέρονται χειροπιαστά πράγματα. Ενώ έπαιζα σε πλοίο, σε πλοίο πραγματικού μεγέθους, δεν υπήρχε θάλασσα. Αισθανόμουν ότι κάτι… έλειπε.
Αισθανόμουν αμηχανία στο γύρισμα, όταν, αφού με έντυναν, μου έλεγαν «τώρα, στα αριστερά σου θα δεις μια έκρηξη σε ένα τεράστιο πλοίο, μπροστά σου κάτι άλλο, από τα δεξιά έρχεται το κύμα, και πάμε!».
Περιμένετε λίγο… ένιωθα σαν να ήμουν πέντε χρόνων και οι γονείς μου να μου ζητούν να παραστήσω κάτι για τους καλεσμένους. Χρειάστηκε λίγος χρόνος να ξεπεράσω αυτή την αμηχανία.
Οταν όμως την ξεπέρασα, όλα ήταν μια χαρά γιατί άρχισε να δουλεύει η φαντασία. Ουσιαστικά πρόκειται για τον πραγματικό στόχο του κάθε ηθοποιού: να φαντάζεται πράγματα. Οταν είδαμε την ταινία τελειωμένη στη μεγάλη οθόνη, όλοι μείναμε έκπληκτοι με το πόσο ωραία και πραγματικά φαίνονταν όλα!
• Πιστεύετε ότι η τεχνολογία και τα εφέ λειτουργούν αρνητικά στη φαντασία του ηθοποιού;
Να σας δώσω ένα παράδειγμα: συμμετείχα σε ένα εργαστήριο υποκριτικής με τον φίλο μου και δάσκαλο Χουάν Κάρλος Καράτα, βασισμένο στο θεατρικό «Αντώνιος και Κλεοπάτρα».
Οπως κάθε ηθοποιός που δουλεύει στο θέατρο, έπρεπε να φανταστώ τη Ρώμη, τους Αιγύπτιους, όλα, με τρόπο λειτουργικό πάνω στη σκηνή. Δηλαδή, βάζεις τη φαντασία να δουλέψει. Στο γύρισμα μιας ταινίας, έχεις το πραγματικό πλοίο, το πιάνεις, και αυτό σε βοηθάει.
Οι λεπτομέρειες τριγύρω σε βοηθούν επίσης. Ταυτόχρονα όμως μοιάζει με αυτό που κάνεις στο θεατρικό προσκήνιο, γιατί τριγύρω σου δεν βλέπεις παρά μια τεράστια μπλε οθόνη, δεν υπάρχει τίποτα αληθινό. Καταφεύγεις λοιπόν πάλι στη φαντασία σου. Δεν νομίζω ότι τα εφέ επεμβαίνουν στη φαντασία, αντίθετα την ενισχύουν.
• Βοήθησε το πολύπλοκο μακιγιάζ σε αυτή την περίπτωση;
Το μακιγιάζ στους «Πειρατές» ήταν μια διαδικασία τριών ωρών – όχι άσχημα. Στην ταινία «Η θάλασσα μέσα μου» διαρκούσε πέντε ώρες κάθε μέρα. Πέντε ώρες μακιγιάζ συν 12 ώρες γύρισμα, μία ώρα διαδρομή, σύνολο 18 ώρες.
Δηλαδή έξι ώρες ξεκούραση. Ξάπλωνα πέντε ώρες για το μακιγιάζ, έπαιζα ξαπλωτός 12 ώρες και πήγαινα σπίτι για να κοιμηθώ. Πέρασα πέντε μήνες ξαπλωμένος! Σίγουρα δεν είναι εύκολη διαδικασία το μακιγιάζ, αλλά όταν οι συνεργάτες σου είναι καλοί, αξίζει τον κόπο, γιατί είναι κάτι που μπορείς να αγγίξεις και δίνει ώθηση στη φαντασία.
• Δεν είναι η πρώτη φορά που καταπιάνεστε με τον θάνατο σε ταινία…
Οχι! Πάντα πεθαίνω στις ταινίες. (γέλια)
• Τι σημαίνει για σας ο θάνατος; Σας έχουν βοηθήσει οι ρόλοι σας στην επεξεργασία του νοήματος του θανάτου;
Κατά έναν παράξενο τρόπο, έχει ενδιαφέρον να «πεθαίνεις» σε ταινίες, γιατί αναγκάζεσαι να ασχοληθείς με το θέμα. Τι είναι ο θάνατος; Υπάρχει ο θάνατος που αναζητάς -όπως στο «Η θάλασσα μέσα μου»- ή ο θάνατος από αρρώστια όπως στο «Βiutiful».
Θα ήταν όμορφο σε μια ταινία να καταλάβεις τι θα πει θάνατος όχι μόνο για σένα αλλά και για τους άλλους, την οικογένειά σου. Επίσης, ποια είναι η σχέση αυτών που μένουν με αυτούς που έχουν ήδη φύγει; Πιστεύω ότι τα πράγματα δεν τελειώνουν όταν πεθαίνουμε και ότι αρχίζει ένα νέο ταξίδι.
Δεν το λέω από θρησκευτική πεποίθηση, απλά είναι μια αίσθηση ότι τα πράγματα δεν σταματούν όταν εμείς «σταματάμε». Γιατί το λέω αυτό; Οταν γυρίζαμε το «Βiutiful», είχα την ευκαιρία να μιλήσω με δύο ανθρώπους που είχαν το χάρισμα επικοινωνίας με τους νεκρούς. Είδα πράγματα αλλά και αισθάνθηκα ότι ήταν αληθινά. Φυσικά δεν θεωρώ περίεργο το να πιστεύει κανείς ότι είμαστε πνευματικά όντα με σωματικό βίωμα και όχι το αντίθετο.
Θέλω να το πιστεύω αυτό γιατί ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν 26 και ακόμα μου λείπει κάθε μέρα. Θέλω να πιστεύω ότι βρίσκεται κάπου αναζητώντας με. Το ίδιο θέλω να πιστεύω και για τα δικά μου παιδιά.
• Πιστεύετε στα φαντάσματα;
Οχι. Θα μ’ έπιανε τρόμος! Οπως δεν μπορώ να βλέπω ταινίες τρόμου. Βάζω τις φωνές, αααα! (γέλια). Θυμάμαι στο γύρισμα του «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» που «σκότωνα» με ένα τεράστιο όπλο και όταν ο σκηνοθέτης φώναζε «στοπ», το έριχνα αμέσως κάτω, έντρομος… Φοβόμουν τον εαυτό μου, φοβόμουν όλο αυτό το πράγμα!
«Ο Φαραντί είναι ο Κασσαβέτης του 21ου αιώνα»
• Τι σχέδια έχετε για την εταιρεία παραγωγής σας; Η δράση σας θα περιορίζεται στην Ισπανία;
Εχω κάνει τρία ντοκιμαντέρ και μόλις τελείωσα την παραγωγή ενός ακόμα. Οταν δούλεψα στην ταινία του Τέρενς Μάλικ «Μέχρι το θαύμα», στον ρόλο ενός παπά, επισκεπτόμασταν με ένα μικρό συνεργείο και τον καταπληκτικό φωτογράφο Γιουτζίν Ρίτσαρντς, εγώ ντυμένος παπάς, ανθρώπους σε δύσκολες καταστάσεις, σε νοσοκομεία και φυλακές. Μας το είχε ζητήσει ο Τέρενς Μάλικ ως προετοιμασία για την ταινία.
Η εμπειρία ήταν σπαρακτική, γιατί από τη μία ήξεραν ότι είμαι ηθοποιός, από την άλλη ήθελαν να μιλήσουν με κάποιον και αυτό απαθανατίστηκε με την κάμερα.
Το υλικό όμως δεν χρησιμοποιήθηκε στην ταινία και έχω την άδεια του Μάλικ να το συμπεριλάβω στο ντοκιμαντέρ που σκηνοθέτησε ο Ρίτσαρντς γύρω από αυτές τις συναντήσεις, την πίστη, τον θάνατο και τη ζωή – και τι σημαίνει η πίστη για τον άνθρωπο που βρίσκεται κοντά στον θάνατο. Αυτό θέλω να κάνω, αληθινά πράγματα. Για τη μυθοπλασία έχω τη δουλειά μου.
• Πρόκειται να συνεργαστείτε με τον Ιρανό σκηνοθέτη Ασγκάρ Φαραντί στην Ισπανία. Μπορείτε να μας δώσετε μια ιδέα για την ταινία;
Το μόνο που ξέρω είναι ότι ο Φαραντί προετοιμάζεται πυρετωδώς. Εμεινε αρκετό καιρό στην Ισπανία για να μελετήσει την κουλτούρα και τη γλώσσα, και τώρα γράφει το σενάριο. Δεν ξέρω πολλά για την υπόθεση, μόνο ότι πρόκειται για μια οικογένεια και μια απαγωγή.
Είμαι όμως σίγουρος ότι θα είναι μια ξεχωριστή ταινία. Εξάλλου, το να δουλεύεις με τον Φαραντί είναι σαν να δουλεύεις με έναν Κασσαβέτη του 21ου αιώνα. Σχεδιάζουμε να κάνουμε πολλές πρόβες, κάτι που μ’ αρέσει πολύ.
Του έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Η ταινία «Ενας χωρισμός» ήταν αριστούργημα, όπως η τελευταία του «Ο εμποράκος». Μάλιστα σκηνοθέτησε την ταινία «Το παρελθόν» στα γαλλικά χωρίς να ξέρει τη γλώσσα. Αλλά αυτός μπορεί να το κάνει.
Αυτό που μας ενώνει όλους είναι αυτό που υπάρχει πέρα από τη γλώσσα. Με τον Φαραντί δεν αρκεί να παίζεις με τις λέξεις για να αισθανθεί ότι η ερμηνεία είναι καλή. Πρέπει να είναι αληθινή.
