ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ: ΚΑΝΕΣ
Μπορεί το Φεστιβάλ Κανών να γιορτάζει τα 70 του χρόνια πράγματι με τρόπο λαμπερό, όμως η φετινή χρονιά έχει γεμίσει απρόοπτα, όχι ακριβώς ευχάριστα.
Το στραβοπάτημα έγινε με τη δημοσιογραφική, πρώτη πρώτη προβολή του «Okja», της νέας ταινίας του Μπονγκ Τζουν-χο, της πρώτης από τις δύο ταινίες παραγωγής του Netflix που συμπεριλαμβάνονται στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα.
Το κύριο ζήτημα δεν ήταν το γιουχάισμα, ανάμεικτο με χειροκροτήματα, που υποδέχτηκε το σήμα του Netflix στην οθόνη της τεράστιας και υπέρκομψης αίθουσας Λιμιέρ. Ηταν ότι η προβολή ξεκίνησε με λάθος κάδρο, που έμεινε για οκτώ λεπτά, ενώ χρειάστηκαν περίπου δέκα ακόμα για να κοπεί η προβολή, να διορθωθεί το κάδρο και να ξαναρχίσει η προβολή.
Πράγμα που προκάλεσε αντιδράσεις εκνευρισμού, σε συνδυασμό με τις καθημερινές, φέτος, καθυστερήσεις από τα σχετικά λίγα άτομα της ασφάλειας που ελέγχουν ατομικά την είσοδο στις χιλιάδες δημοσιογράφων και επαγγελματιών που μπαίνουν στις αίθουσες, στην κάθε προβολή, στο πλαίσιο των αυξημένων μέτρων ασφαλείας.
Σε αυτό το κλίμα, προκάλεσε ανάμεικτες αντιδράσεις η προβολή του «Le Redoutable», της νέας ταινίας του Μισέλ Χαζαναβίσιους, το βράδυ του Σαββάτου. Με χιλιάδες δημοσιογράφους συγκεντρωμένους έξω από την αίθουσα και τις πόρτες κλειστές ώς το τελευταίο λεπτό, οι αποδοκιμασίες ήταν έντονες και ηχηρές όταν η Κριστίν Εμέ, υπεύθυνη του Γραφείου Τύπου, βγήκε στο μεγάλο πλατύσκαλο.
Και χειροτέρεψαν όταν πίσω της ακολούθησαν περίπου είκοσι οπλισμένοι άντρες της ασφάλειας, ζητώντας από τον κόσμο να εκκενώσει τον χώρο γιατί μέσα στην αίθουσα είχε βρεθεί ασυνόδευτο αντικείμενο. Τον ελαφρύ πανικό διαδέχτηκε μεγαλύτερος, όταν συνειδητοποιήσαμε ότι τα σιδερένια κάγκελα που έχουν τοποθετηθεί στις νησίδες –και πάλι για λόγους ασφαλείας– εμπόδιζαν, ουσιαστικά, την απομάκρυνση από τον χώρο.
Μία που δόθηκε η εντολή, μία που αποσύρθηκε, καθώς το «αντικείμενο» ήταν απλώς μια ξεχασμένη τσάντα, ο κόσμος προσκλήθηκε και πάλι στην αίθουσα και η ταινία ξεκίνησε ξανά, με συνολική καθυστέρηση μιας ώρας. Το πλεονέκτημα στη βραδιά ήταν πως το «Le Redoutable» του Μισέλ Χαζαναβίσιους είχε την κατάλληλη ελαφρότητα και σινεφιλία ώστε να διασκεδάσει αυτόματα το κλίμα ανησυχίας.
«Θα πρέπει να είσαι τελείως τρελός για να πηγαίνεις στις Κάνες φέτος, με όλα αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο αυτή τη στιγμή». Αυτή είναι η ατάκα από την ταινία που προκάλεσε γέλια ανακούφισης μέσα στην αίθουσα. Μετά το «The Artist» που τον έκανε αναγνωρίσιμο όνομα σ’ ολόκληρο τον κόσμο και το «The Search» που τον έκανε να θέλει να κρυφτεί για λίγο, ο Μισέλ Χαζαναβίσιους κάνει το τολμηρό βήμα να παρουσιάζει μια ταινία για το ιερό τέρας του σινεμά, τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ, όσο ο ίδιος βρίσκεται εν ζωή και χαρακτηρίζει, μάλιστα, την ιδέα «βλακεία».
Για την ακρίβεια, η ταινία, με πρωταγωνιστή έναν Λουί Γκαρέλ σε εξαιρετικά εμπνευσμένη ερμηνεία, βασίζεται στο βιβλίο της Ανά Βιαζέμσκι, της μούσας του Ρομπέρ Μπρεσόν και, αμέσως μετά, του Γκοντάρ, που την παντρεύτηκε στα 19 της χρόνια όταν εκείνος ήταν 37.
Η ταινία εκτυλίσσεται τον Μάη του ’68, όταν το Παρίσι βράζει κι η επανάσταση ξυπνά, ενώ ο Γκοντάρ, πιστός μαοϊστής και εκπρόσωπος ώς τότε του νέου, του ρηξικέλευθου, του επαναστατικού, συνειδητοποιεί ότι έχει γίνει ο ίδιος κατεστημένο κι αποφασίζει να κόψει τους δεσμούς του με το σινεμά όπως υφίσταντο ώς τότε, αλλά και με το κοινό.
Η ταινία, ωστόσο, είναι γραμμένη και σκηνοθετημένη με εξαιρετική χάρη και χιούμορ, μια τρυφερή και κωμική ματιά σ’ έναν δημιουργό που το μεγαλύτερό του επίτευγμα ήταν πως, στο απόγειο της δόξας του, δεν φοβήθηκε να αναθεωρήσει τον εαυτό του.
«Είμαι σίγουρος πως κάποιοι θα θεωρήσουν βλασφημία ότι εγώ κάνω ταινία την ιστορία του Γκοντάρ», είπε ο Μισέλ Χαζαναβίσιους για το «Le Redoutable». «Ομως εμένα ο Γκοντάρ δεν είναι ο ήρωάς μου, ούτε ο θεός μου. Ο Γκοντάρ είναι σαν τον αρχηγό μιας σέκτας κι εγώ είμαι άθεος».
