Δύο ημέρες μόνο έχουν κυλήσει στο φετινό Φεστιβάλ Κανών και οι πολυαναμενόμενες ταινίες του Διαγωνιστικού Τμήματος έχουν, περισσότερο ή λιγότερο, απογοητεύσει.
Ο Κορνέλ Μουντρούτσο, ο Ούγγρος σκηνοθέτης του «Λευκού Θεού», επέστρεψε με ένα αλληγορικό δράμα ακόμα πιο φιλόδοξο και μεγαλεπήβολο, με αντιστρόφως ανάλογα αποτελέσματα. Η ιστορία του θέλει έναν πρόσφυγα να δολοφονείται στα σύνορα της Ουγγαρίας, για να μεταμορφωθεί σε άγγελο που ίπταται και τον οποίο αποφασίζει να εκμεταλλευτεί, για χρήματα, ένας ανήθικος γιατρός.
Κάπου ανάμεσα στο «Blade Runner» και στα «Φτερά του Ερωτα» του Βιμ Βέντερς, η ταινία επιβάλλεται με τέτοια υπερβολή και πρόθεση επεξήγησης και διδακτισμού που χάνει το δημιουργικό ενδιαφέρον της και την πρωτοτυπία της ιδέας της.
Από την άλλη πλευρά, ο Ρώσος Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ της «Επιστροφής» και του «Λεβιάθαν», παρουσιάζει τη διάλυση ενός ζευγαριού και μιας ολόκληρης χώρας στο «Loveless». Οσο η Ζένια και ο Μπόρις τσακώνονται βίαια μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, στην προετοιμασία του διαζυγίου τους, ο εμφανώς ανεπιθύμητος μικρός γιος τους εξαφανίζεται, αναγκάζοντάς τους σε μια αναζήτηση ζωής και αγάπης.
Συναρπαστικός σκηνοθέτης, ο Ζβιάγκιντσεφ κάνει την -ώς τώρα- πιο αδύναμη ταινία του, με μια σειρά από δυνατές μεμονωμένες σκηνές, αλλά και υπερβολική επιθυμία επεξήγησης των προθέσεών του να σχολιάσει κριτικά τη σημερινή Ρωσία.
Στην πρώτη αμερικανική ταινία του προγράμματος, ο Τοντ Χέινς παρουσίασε το «Wonderstruck», βασισμένο στο βιβλίο του Μπράιαν Σέλζνικ (το «Ούγκο Καμπρέ», που ενέπνευσε, πριν από λίγα χρόνια, τον Μάρτιν Σκορσέζε), μια εκθαμβωτικά όμορφη και αντανακλαστικά συγκινητική ταινία που, ωστόσο, στήνει ένα κατασκεύασμα πολύ βαρύ για τις απλές αλήθειες που θέλει να αφηγηθεί.
Διανύοντας δύο εποχές στον χρόνο, το 1927 και το 1977, η ταινία παρακολουθεί δύο παιδιά κωφά, που φτάνουν μόνα στη Νέα Υόρκη, με τα μυστήρια και τους θησαυρούς της, αναζητώντας όχι απλώς την οικογένειά τους, αλλά κυρίως μια γωνιά του κόσμου όπου να μπορούν να προστατευτούν και να αγαπηθούν.
Οι μικροί πρωταγωνιστές, ο Οουκς Φέγκλεϊ και η κωφάλαλη ηθοποιός Μίλισεντ Σίμοντς, πλαισιώθηκαν από τη συναρπαστική Τζούλιαν Μουρ σ’ έναν διπλό ρόλο που απέδειξε, για άλλη μια φορά, ότι είναι ικανή για υποκριτικό μεγαλείο.
Μιλώντας για το «Wonderstruck» στη συνέντευξη Τύπου, ο Τοντ Χέινς δήλωσε πως η ταινία του «αφιερώνεται σε όσους κατασκεύαζαν κόσμους με τα ίδια τους τα χέρια – κινηματογραφικά συνεργεία, μακετίστες, σκηνοθέτες.
Με τα χέρια φτιάχνεις μινιατούρες, χέρια έφτιαξαν τα εκθέματα των μουσείων, χέρια κινούνται για να μιλήσουν μια ολόκληρη γλώσσα, αυτή των κωφών», καθώς το φιλμ εξελίσσεται σε μεγάλο μέρος του, είτε ως βωβή ταινία είτε με τη γλώσσα της νοηματικής.
«Ολα ξεκίνησαν με τον τρόπο που ο Μπράιαν σκιαγράφησε αυτή την ιστορία κι αυτά τα παιδιά», εξήγησε ο Χέινς. «Συχνά στις ταινίες αποτυπώνουμε τον παιδικό κόσμο στερεότυπα. Δίνουμε στα παιδιά μια κλισέ οντότητα, μελοδραματική και αφελή.
Ξεχνάμε ότι τα παιδιά μπορούν να αισθανθούν πολύπλοκα συναισθήματα, έχουν αντίληψη και ένστικτο και χειρίζονται εμπειρίες πολύ πιο σύνθετες από ό,τι εμείς τους αναγνωρίζουμε.
Οι δύο (ή μάλλον τρεις) ήρωες έχουν κόψει τον λώρο από τις οικογένειές τους κι έχουν βγει στον κόσμο για να βρουν ποιοι είναι. Νιώθω ιδιαίτερα τυχερός που βρήκα τους ηθοποιούς που βρήκα. Τα παιδιά μου είναι ένα δώρο, ένα δώρο για κάθε σκηνοθέτη…».
Στην τέταρτη συνεργασία της με τον Τοντ Χέινς (μετά τα «Safe», «Far from Heaven» και «I’m Not There»), η Τζούλιαν Μουρ δήλωσε απόλυτη πίστη στον σκηνοθέτη της: «Είναι ο αγαπημένος μου σκηνοθέτης και συνεργάτης γιατί με γοητεύει με την ευκρίνεια του οράματός του.
Δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα στις ταινίες του Τοντ. Τα κάνει όλα εκείνος για σένα, απλά εμφανίζεσαι. Αυτή η γενναιοδωρία του είναι για εμένα ερωτεύσιμη και ταυτόχρονα, ως ηθοποιός, νιώθω μεγάλη ασφάλεια».
Ταυτόχρονα, η Τζούλιαν Μουρ μοιράστηκε τη χαρά της που είχε την ευκαιρία να μάθει τη νοηματική και να παίξει στο σινεμά χρησιμοποιώντας την: «Μου άνοιξε μια πόρτα σε μια μορφή επικοινωνίας που δεν είχα. Εχω γεννηθεί για να επικοινωνώ. Γι’ αυτό έγινα ηθοποιός.
Θέλω να μπαίνω μέσα σε άλλες κουλτούρες. Ολα έχουν να κάνουν με το πόσο ανοικτοί είμαστε. Πώς επικοινωνούμε, πώς χρησιμοποιούμε τη γλώσσα, τα χέρια, το σώμα, εμάς τους ίδιους, για να επικοινωνήσουμε με τον διπλανό μας».
