Στις 21/10/2016, η ΚΟΑ έδωσε στο κρατικό ΜΜΑ μια καλή συναυλία με ρεπερτόριο θεματικά αρθρωμένο σε εκπατρισμένους συνθέτες.
Ηδη από πέρυσι, ο Εσθονός αρχιμουσικός Μίκελ Κίτσον μάς είχε εντυπωσιάσει διευθύνοντας συμφωνικά έργα Νίλσεν και Σιμπέλιους (6/11/2015), ενώ ο Γερμανός βιολιστής Λίνους Ροτ είχε αφήσει άριστες εντυπώσεις στο «Κοντσέρτο για βιολί αρ.1» του Προκόφιεβ (9/10/2015). Στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον στίγμα της συναυλίας ανταποκρίθηκαν απογοητευτικά ελάχιστοι ακροατές.
Δυστυχώς,ο αντιλειτουργικά περιορισμένος προϋπολογισμός προβολής συναυλιών καθιστά την ΚΟΑ πρακτικώς… αόρατη, καταδικάζοντάς την σε αφάνεια, ενώ μείζον πρόβλημα συνιστά και η τσιμεντωμένη άρνηση εξέλιξης του υποτιθέμενου φιλόμουσου κοινού, τοξικός καρπός δεκαετιών αδιαφορίας ή/και ατελέσφορων πολιτικών ρεπερτορίου.
Επίσης: πού ήταν οι περίφημοι φιλόμουσοι των βορείων προαστίων;
Πρώτη παίχτηκε η «Μικρασιατική ραψωδία» (1975) του Κωνσταντινίδη, έργο που συνδυάζει αριστοτεχνικά –και πολύ ετεροχρονισμένα!- την ιδεολογική εθνικοσχολική εγκόλπωση του παραδοσιακού ήχου με τη σαγήνη του εμπρεσιονισμού.
Δίχως να ακυρώσει το ενδιαφέρον της ακρόασης, η παθητικά αναλυτική, κάπως αμήχανη διεύθυνση του Κίτσον φωτογράφισε την έξωθεν πρόσληψη των ελληνικών ακουσμάτων. Αναμενόμενα, την εκτέλεση στήριξαν άριστα οι εκλεκτοί σολίστες πνευστών.
Ακολούθησε, το «Κοντσέρτο για βιολί» (1945/47) του Εριχ Κόρνγκολντ. Με ορθοτονικά ασφαλή ήχο και αριστοτεχνικά ρευστή αλλ’ ακριβή φραστική, δίχως «ξέφτια» ή πλατειασμούς, ο Ροτ ζωντάνεψε ιδανικά τη νοσταλγική, υστερορομαντικής ρητορικής παρτιτούρα, μέσω της οποίας ο τότε 60χρονος Αυστριακός συνθέτης μεταφυτεύει στο πεδίο της σοβαρής μουσικής την αισθητική και εκφραστική μανιέρα της μουσικής του για τα χολιγουντιανά soundtracks.
Σφαιρικά ολοκληρωμένος ερμηνευτής που ειδικεύεται στο ρεπερτόριο του 20ού αιώνα, απέφυγε πρωτίστως την παγίδα του συναισθηματικού «μελό» και, βοηθούσης της εύπλαστης διεύθυνσης του Κίτσον, εμφύσησε στην ερμηνεία του βαθιά νοσταλγία και μοναδική ευγένεια.
Η συναυλία ολοκληρώθηκε με το εμβληματικά μοντερνιστικό «Κοντσέρτο για ορχήστρα» (1943/44) του Μπάρτοκ.
Αξιοποιώντας την πλήρη εγρήγορση των μουσικών ως σύνολο και, κυρίως, τις υψηλές επιδόσεις όλων ανεξαιρέτως των σολίστ στα ξύλινα και χάλκινα πνευστά, ο Κίτσον διέπλασε μιαν ακριβή αλλά πάλι πρωτίστως αναλυτική ανάγνωση, υστερώντας μερικώς στην πλήρη ανάδειξη της συναισθηματικά φορτισμένης μουσικής δραματουργίας.
