Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Είμαι άνθρωπος της ομάδας και με δεδομένο ότι αυτή τη στιγμή στη διοίκηση και την καλλιτεχνική διεύθυνση βρίσκονται οι καλύτεροι μουσικοί της πόλης θα βρούμε τον βηματισμό μας σχεδιάζοντας ωραία πράγματα.

Το Μέγαρο δεν μπορεί να είναι μόνο “ξενοδοχείο” ξένων παραγωγών». Η δήλωση του Νικήτα Μυλόπουλου, νέου πρόεδρου του Δ.Σ. του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, είναι εύγλωττη για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον ρόλο του Μεγάρου μέσα στην πόλη και μάλλον «μαξιμαλιστική» με βάση την προϊστορία του θεσμού.

Μέγαρο Θεσσαλονίκης, εξωστρεφές και λαϊκό

Το πρώτο όμως που εκτός των άλλων ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κλήθηκε να αντιμετωπίσει ήταν οι ριπές της αντιπολίτευσης, αφού ο αδελφός του Γιάννης, πρώην πρύτανης του ΑΠΘ, αναλάμβανε την προεδρία της Αττικό Μετρό έναν μήνα μετά τη δική του τοποθέτηση στο Μέγαρο.

• Αυτές οι χρονικά ταυτόχρονες τοποθετήσεις σχολιάστηκαν και επικρίθηκαν από την αντιπολίτευση, κυρίως ως έκφραση οικογενειοκρατίας. Ποια είναι η θέση σας;

Είναι, ξέρετε, πολύ άχαρο να αρχίζεις μια προσπάθεια έχοντας μια τέτοια σκιά, η οποία είναι ολωσδιόλου ξένη με τον τρόπο σκέψης και το αξιακό μου σύστημα. Εν πάση περιπτώσει, από τη στιγμή που μπήκα κι εγώ στον χορό, χορεύω, λέγοντας ότι το βιογραφικό μου είναι στη διάθεση καθενός στο διαδίκτυο.

Εκεί καταγράφονται κάποια πράγματα σχετικά τόσο με τον επιστημονικό όσο και με τον κοινωνικό και πολιτικό μου λόγο και τη δράση μου τα τελευταία 20 χρόνια. Επομένως, δεν είμαι ούτε και αισθάνομαι ελέφαντας. Τώρα, το γεγονός ότι το «σκάνδαλο» της οικογενειοκρατίας αποκαλύφθηκε στη Βουλή από έναν βουλευτή που τυχαίνει να είναι ο γιος της συζύγου του προέδρου του κόμματός του δείχνει πως οι άνθρωποι δεν έχουν ούτε το στοιχειώδες χιούμορ.

• Τι σας έκανε να αποδεχτείτε τη συγκεκριμένη θέση;

Η αγάπη μου για τη μουσική, η στήριξη που αισθάνθηκα ότι πρέπει να παράσχω σε ένα πρωτοφανές για την Ευρώπη πολιτικό εγχείρημα που συμβαίνει στη χώρα μας, τα εχέγγυα που μου δίνουν τα πρόσωπα που απαρτίζουν το Δ.Σ.

Πάνω απ’ όλα, όμως, η πεποίθησή μου ότι η τέχνη, ιδιαίτερα η μουσική, ως η πιο αφηρημένη μορφή της, συνιστά την τελική αντίσταση στην πολιτισμική εξουδετέρωση και τη βαρβαρότητα. Η διαχείριση της μουσικής, επομένως, και του πολιτισμού γενικότερα, μέσω ενός θεσμού όπως το Μέγαρο, μπορεί να αποδειχθεί μια εξόχως κομβική πολιτική πράξη στη σημερινή συγκυρία.

• Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών έχει περάσει υπό κρατική διαχείριση. Τι συμβαίνει με το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης; Υπάρχει αναγκαιότητα να γίνει κάτι ανάλογο;

Η πρόσφατη εξέλιξη με τον ΟΜΜΑ είναι ενδιαφέρουσα, γιατί βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη γενική τάση που επιβάλλει ο νεοφιλελευθερισμός και η οποία θέλει το κράτος να αποσύρεται από τη χάραξη της πολιτιστικής πολιτικής, εκχωρώντας την σε ιδιώτες (ιδρύματα και ομίλους).

Από την άλλη, η συγκεκριμένη κίνηση του υπουργείου ήταν κίνηση forcé, με δεδομένα τα τεράστια χρέη που είχε δημιουργήσει ο μεγαλοϊδεατισμός των διοικήσεων του ΟΜΜΑ, κάτι που δεν συνέβη στη Θεσσαλονίκη. Εμείς, όμως, ζούμε μια άλλη σχιζοφρένεια. Αυτήν τη στιγμή κανείς δεν ξέρει αν ο ΟΜΜΘ ανήκει στο Δημόσιο και με ποιον ακριβώς τρόπο. Μέχρι να ξεκαθαριστεί το στάτους, εν αναμονή σχετικής απόφασης του ΣτΕ, καταλαβαίνετε ότι τα προβλήματα διογκώνονται.

• Ποια η οικονομική κατάσταση που παραλάβατε από την προηγούμενη διοίκηση;

Παραλάβαμε μηδενικό χρέος, αλλά και μια οριακή, με σαφείς αρνητικές τάσεις, οικονομική κατάσταση. Τα πάγια έξοδα είναι τεράστια, η επιχορήγηση μειώνεται, οι χορηγίες, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, ελάχιστες.

Το βασικότερο, όμως, είναι ότι, για να επιτευχθεί το μηδενικό χρέος, χρειάστηκε το Μέγαρο να αυξήσει τις ενοικιάσεις των αιθουσών του σε εκδηλώσεις συχνά αμφιλεγόμενης αισθητικής, με εμπορικά κατά βάση κριτήρια, μειώνοντας παράλληλα τις δικές του παραγωγές. Περιόρισε έτσι τον ρόλο του ως παραγωγού πρωτογενούς καλλιτεχνικής δημιουργίας και οδηγήθηκε σε πολύ σοβαρή κρίση ταυτότητας.

• Θα υπάρξουν αλλαγές σε ό,τι αφορά τον τρόπο και το περιεχόμενο του προγραμματισμού του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης;

Το Μέγαρο ακολούθησε το μεταπρατικό και καταναλωτικό μοντέλο που ακολούθησαν τα πολιτιστικά ιδρύματα στη χώρα. Η πρόκληση για μας είναι να βρούμε τους τρόπους που θα διευρύνουν τον δημιουργικό του ρόλο στην πόλη, ώστε να γίνει θεσμός ανατροφοδότησης της καλλιτεχνικής πράξης.

Για να γίνει αυτό, πρέπει να συνεργαστούν οι μουσικοί θεσμοί της πόλης (ΚΟΘ, ΣΟΔΘ, Ωδείο) και να αναλάβουν διευρυμένο ρόλο σε σχέση με την εκπαίδευση του κόσμου. Ταυτόχρονα, πρέπει να ενταθεί η εξωστρέφεια του ΟΜΜΘ με συνεργασίες με τους άλλους πολιτιστικούς οργανισμούς.

Η εξωστρέφεια αυτή θέλουμε να διατρέξει όλο το σώμα του Μεγάρου, ώστε να ανοίξει στην πόλη, τόσο ως οργανισμός όσο και ως χώρος. Να γίνει η συνέχεια της βόλτας στην παραλία, να ενταχθούν στο πρόγραμμά του εξωτερικές εκδηλώσεις με καλλιτέχνες δρόμου, θερινό σινεμά και θέατρο.

• Το Μέγαρο έχει συνδεθεί στη συνείδηση πολλών, και κυρίως όσων προέρχονται από την Αριστερά, με τη «φρακοφορεμένη» εκδοχή του πολιτισμού, σύμβολο της αισθητικής εκδοχής των ελίτ και «λούστρο» επιχειρηματικών και κομματικών συμφερόντων. Εχετε την πρόθεση να δώσετε μια άλλη διάσταση, ποια θα είναι αυτή και πώς θα το κατορθώσετε;

Για την ελιτίστικη αισθητική η αλήθεια είναι πως στη Θεσσαλονίκη το έργο δεν παίχτηκε ακριβώς έτσι. Σ’ εμάς το Μέγαρο θα έλεγα πως πληρώνει περισσότερο τις αμαρτίες των Αθηνών. Φυσικά, για τα «επιχειρηματικά και κομματικά συμφέροντα» δεν θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ τον κανόνα, στο μέτρο που γενικότερα η Θεσσαλονίκη ενέχεται στο παιχνίδι αυτό. Πάρτε τα ονόματα των πολιτικών και επιχειρηματιών της τις τελευταίες δεκαετίες και βγάλτε συμπέρασμα.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, τα στερεότυπα υπάρχουν και λειτουργούν αναλόγως-τόσο στο επίπεδο μιας βλαχο-μπαρόκ αισθητικής, που συνοδεύει παραδοσιακά αυτούς τους χώρους, όσο και με τις κοινωνικές αναφορές των ίδιων των έργων που παίζονται εδώ. Τα στερεότυπα αυτά ανατροφοδοτούνται από την πολιτική της μαζικής κουλτούρας, που προτάσσει ένα είδος απλοϊκής και τυποποιημένης τέχνης, φτιαγμένο για καταναλωτές.

Μιας τέχνης, όπως λέει ο Κούντερα, δίχως μνήμη και σκέψη. Αυτήν την κατάσταση θα έπρεπε να ανατρέψει ένα Μέγαρο Μουσικής, αυξάνοντας τη λαϊκότητά του με εκδηλώσεις προκλασικής, κλασικής και πειραματικής, πρωτοποριακής μουσικής. Οσο κι αν φαίνεται οξύμωρο, αυτό είναι το στοίχημα. Να γεφυρώσουμε το χάσμα μεταξύ Μεγάρου και «λαού», μαθαίνοντας στον κόσμο να ακούει και να μην υποκύπτει σε δημοφιλείς εκδηλώσεις με εμπορικά κριτήρια.