Το ανέβασμα της όπερας «Στη σωφρονιστική αποικία» (2000) του Φίλιπ Γκλας είχε προγραμματιστεί από τη «Στέγη» για προηγούμενη καλλιτεχνική περίοδο. Τελικά υλοποιήθηκε φέτος. Πρόκειται για μονόπρακτη όπερα δωματίου –ο συνθέτης τη χαρακτηρίζει όπερα τσέπης– αρθρωμένη σε 16 σκηνές, γραμμένη για κουιντέτο εγχόρδων, τενόρο και μπασοβαρύτονο.
Η παράσταση δόθηκε από την Καμεράτα υπό τον ταλαντούχο –και χαλκέντερο!– Γιώργο Πέτρου σε εκδοχή για 15μελή ορχήστρα εγχόρδων.
Συσχετίζοντας τη δυστοπική αλληγορία των Κάφκα/Βούρλιτζερ/Γκλας με τα συμφραζόμενα της εγχώριας κρίσης, η όπερα παρουσιάστηκε συμβολικά στο παρηκμασμένο υπογάστριο του αθηναϊκού κέντρου, στους χώρους της Διπλαρείου Σχολής, στην πλατεία Θεάτρου.
Εκεί, ενώ από τους παρακείμενους δρόμους εισέβαλλαν βοή από καβγάδες μεταναστών εμπόρων και δυνατές οσμές σκουπιδιών και εξωτικής κουζίνας, εμείς παρακολουθήσαμε μια μεταμοντέρνα, εικαστικά αισθητικοποιημένη απόδοση της καφκικής φρίκης για την κωδικοποιημένη κτηνωδία του ολοκληρωτισμού.
Βοηθημένος από το λιτό, site-specific σκηνικό των Beetroot και τον ατμοσφαιρικό σχεδιασμό φωτισμών του Γιώργου Τέλλου (Lighting Art), ο Πάρις Μέξης πρόσφερε μια ασηπτικά ντιζαϊνάτη, εγκεφαλική σκηνοθεσία: επάνω σε ένα ρινγκ δράσης σχεδιασμένο α λα «Dogville» με κιμωλία στο πάτωμα, θύτης, θύμα και παρατηρητής αναπαρέστησαν ένα στυλιζαρισμένα χορογραφημένο τελετουργικό βίας, πόνου και θανάτου.
Το όλο κορυφώθηκε με την απόδοση της εφιαλτικής καφκικής μηχανής που εξοντώνει τον ένοχο κεντώντας με βελόνες στο σώμα του το κατηγορητήριο: ένα αριστουργηματικό εφέ με μορφή στροβίλου από ριπές κειμένων που προβάλλονταν στο δάπεδο.
Η παράσταση εκτυλίχθηκε με ακρίβεια ρολογιού. Ασφαλώς, κάθε σκηνοθέτης είναι ελεύθερος να υλοποιήσει την έμπνευση/άποψή του. Από την άλλη ξαφνιάζει που ένα καταφανώς πολιτικό έργο σκηνοθετήθηκε προσπερνώντας κάθε αναμενόμενη, βοούσα αναφορά σε δεδομένα της εγχώριας πολιτικής ιστορίας, που θα προσφέρονταν ως δυνατή μυθολογία αναφοράς: Εμφύλιος, Χούντα, βασανιστήρια, ακόμη και «το νησί» θα μπορούσε να είναι η Μακρόνησος…
Μουσικά, η παράσταση ήταν πάρα πολύ καλή. Ο Πέτρου διηύθυνε την Καμεράτα με σφρίγος και άριστο ρυθμικό παλμό, είχε σαφή αντίληψη των μεταπτώσεων σε ηχητικές και δραματικές εντάσεις, άντλησε θαυμαστά ρευστό, εύπλαστο, πτητικό ήχο.
Ο τενόρος Γιάννης Φίλιας (Επισκέπτης) και ο μπασοβαρύτονος Τίμος Σιρλαντζής (Αξιωματικός) αξιοποίησαν τις εύηχες, μαλακές, υγιείς φωνές σε ρευστό μελωδικό τραγούδι απόλυτα ταιριαστό στο ιδίωμα του Γκλας. Ωστόσο, λόγω ολοφάνερης νεανικότητας και ελλιπούς καθοδήγησης, υπήρξαν δραματικά «λίγοι».
Ελάχιστα μας έπεισαν ως παλαιοκομματικός βασανιστής ολόψυχα ταγμένος στην υπηρεσία του σωφρονιστικού μηχανισμού ενός «εξωτικού» ολοκληρωτικού καθεστώτος και ως Ευρωπαίος επισκέπτης που συνθλίβεται ψυχικά ανάμεσα στις επιταγές της απρόσωπης αποστολής του ως επισήμου παρατηρητή και τις πολιτισμένες, ανθρωπιστικές προσωπικές του αντιδράσεις.
