Aπό το Λονδίνο έως το… Διάστημα, ο Ντέιβιντ Μπόουι υπήρξε ο απόλυτος χαμαιλέοντας της ροκ, ένας σταρ που μπορούσε να επανεφεύρει διαρκώς τον εαυτό του. Πάντα πρωτοποριακός, πάντα διαφορετικός, αλλά πάντα… Μπόουι, διέσχισε τις δεκαετίες αλλάζοντας περσόνες, εμπνέοντας σχεδιαστές, βρίσκοντας αναρίθμητους μιμητές και οπαδούς. Ρομαντικός, ψυχεδελικός, εξωγήινος, ανδρόγυνος, δανδής, έγινε αδιαφιλονίκητο είδωλο της μόδας.
Από τα πρώτα του βήματα, στις αρχές της δεκαετίας του ‘60, με το συγκρότημα «The Konrads» έδωσε το στίγμα του. Μπορεί να έμοιαζε με τον πρόωρα χαμένο Μπράιαν Τζόουνς, ωστόσο έβαλε τη δική του πινελιά. Ξάνοιγε τα μαλλιά του με φυτικές ουσίες και χρωμάτιζε ο ίδιος τα κοστούμια του με κάθετες ρίγες. Κι αν αρχικά προσπάθησε να απαντήσει με ευγένεια στα ειρωνικά σχόλια, σύντομα οπλίστηκε με αυτοπεποίθηση και άρχισε να τα αγνοεί ή να τα σαρκάζει.
Mετά τον γάμο του με την Αντζι Μπάρνετ υιοθετούν ένα κοινό χίπικο στιλ, με μακριά μαλλιά, αέρινα παντελόνια και στενές μπλούζες. Το 1971 προκαλεί με το εξώφυλλο του δίσκου «The man who sold the world», όπου φοράει ένα μακρύ φόρεμα εμπνευσμένο από τους προραφαηλίτες, του σχεδιαστή Μάικλ Φις με ειδίκευση στα «ανδρικά φορέματα». Πρώτη και καλύτερη η μητέρα του τον υπερασπίζεται: «Οσο παραμένει αγόρι, δεν βλέπω κάτι κακό».
Από το ρομαντικό στιλ περνάει στη χρυσόσκονη του γκλαμ ροκ, μεταμορφώνεται σε Zίγκι Στάρνταστ με τις μεταλιζέ, φουτουριστικές δημιουργίες του Φρέντι Μπαρέτι, που κολλούν σαν δεύτερο δέρμα στο σώμα του, με τα «φλογισμένα» κόκκινα μαλλιά και το έντονο μακιγιάζ εμπνευσμένο από τον Αλις Κούπερ και το «Κουρδιστό πορτοκάλι» του Κιούμπρικ.
Πάνω που ο κόσμος παραμιλάει για το νέο φαινόμενο, ο Μπόουι κάνει πάλι στροφή 180 μοιρών. Αυτή τη φορά γίνεται ένας κομψός δανδής που ντύνεται με κοστούμια του Ιβ Σεν Λοράν και όταν βλέπει την Τζούντι Ντεντς στην παράσταση του «Καμπαρέ», αποφασίζει να ενσαρκώσει το εμβληματικό λουκ του «Λεπτού Λευκού Δούκα».
Tη δεκαετία του ‘80 υποκύπτει σε ένα νεο-ρομαντικό ύφος και στο εκθαμβωτικό κοστούμι κυβερνο-κλόουν της Νατάσα Κορνίλοφ, που πλασάρει στο βίντεο κλιπ του «Ashes to Ashes». Η δεκαετία του ‘90 κλείνει ηρωικά.
Ενδύεται τη στολή με τα χαρακτηριστικά της αγγλικής σημαίας, την οποία σχεδίασε από κοινού με τον Αλεξάντερ ΜακΚουίν για το εξώφυλλο του άλμπουμ «Earthling».
Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν αφήνει πίσω τις εκκεντρικές μεταμφιέσεις και προσκαλεί το κοινό να ακούσει τον νέο ήχο του, χωρίς φτιασίδια, πάντα όμως γοητευτικό. Tα εμβληματικά κοστούμια του μπαίνουν το 2013 στο Μουσείο «Victoria & Albert» στην μπλοκμπάστερ έκθεση «David Bowie is».
Τα εισιτήριά της ξεπουλήθηκαν σε χρόνο-ρεκόρ, γρηγορότερα από οποιαδήποτε άλλη διοργάνωση που φιλοξενήθηκε στα 160 χρόνια της ιστορίας του μουσείου. Ακολούθησε η περιοδεία της σε όλο τον κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο ο Ντέιβιντ Μπόουι γιόρτασε τα 50 χρόνια του στο μουσικό στερέωμα, επιβεβαιώνοντας για πολλοστή φορά πόσο μπροστά από την εποχή του ήταν.
