Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ο Μάνος Χατζιδάκις αποφάσισε πως ήθελε να ζήσει στο εξωτερικό. Ο ίδιος περιέγραφε τη φυγή του ως «προσπάθεια αποτίναξης του ζυγού από μια διασημότητα που δεν τη θέλησα και από μια φήμη που μάλλον απεχθάνομαι». Προορισμός η Νέα Υόρκη. Εκεί θα συναντηθεί με την αφρόκρεμα της μουσικής, θα γράψει κάποια από τα κορυφαία έργα του, θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του.

Δύο από τα σημαντικότερα άλμπουμ που συνέθεσε κατά την παραμονή του στις ΗΠΑ παρουσιάζονται την Παρασκευή και το Σάββατο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών από τη Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ. Στο πόντιουμ θα ανέβει ο Λουκάς Καρυτινός. Την καλλιτεχνική επιμέλεια της παραγωγής υπογράφει ο Γιώργος Χατζιδάκις.

Το «Χαμόγελο της Τζοκόντα» είναι το έργο του που πιο εύκολα από όλα χαρακτηρίζεται κορυφαίο του. Είναι απλό να λυγίσεις στο συναίσθημά του, να υποκλιθείς στη μουσική ιδιοφυΐα του Κουίνσι Τζόουνς που επιμελήθηκε την παραγωγή ντύνοντάς την με τζαζ μανδύα, να παρασυρθείς από τον δημιουργικό οίστρο του συνθέτη που φανερώνεται από την πρώτη νότα τού «Οταν έρχονται τα σύννεφα», με το οποίο ξεκινά αυτός ο μέγιστος δίσκος.

Τα δέκα τραγούδια γράφτηκαν αρχικά για να τα ερμηνεύσει η Ζακλίν Ντανό στο Παρίσι το 1962. Τελικά ηχογραφήθηκαν στη Νέα Υόρκη το 1965 μόνο με ορχήστρα.

Οι συναυλίες στην επέτειο των 50 χρόνων από την κυκλοφορία του «Χαμόγελου» συμπίπτουν με την έκδοση σε ψηφιακό δίσκο της στερεοφωνικής εγγραφής του έργου, όπως αποτυπώθηκε μόνο στην αμερικανική έκδοσή του, ο οποίος μας ήλθε πρόσφατα από την Αμερική. Η έκδοση θα περιέχεται σε ένα συλλεκτικό Βox μαζί με ακόμη έναν ψηφιακό δίσκο, όπου ο Μάνος Χατζιδάκις παίζει στο πιάνο έξι από τα θέματα του έργου στην πρωτότυπη ηχογράφησή τους.

Μυστικά, πάντως, σ’ αυτόν τον δίσκο δεν υπάρχουν. Ο ίδιος, βλέπετε, κρατώντας το άτυπο ημερολόγιο του δίσκου, σημειώνει πλάι στην κάθε σύνθεση λεπτομέρειες με τις οποίες ουσιαστικά εξηγεί στον ακροατή. Ολα ξεκίνησαν σε μια παρέλαση στη Νέα Υόρκη.

Ηταν ένα κυριακάτικο φθινοπωρινό απόγευμα του 1963, στην πλημμυρισμένη από κόσμο 5η Λεωφόρο. «Συνάντησα μια γυναικούλα να περπατάει μοναχή με μιαν απελπισμένη αδιαφορία για ό,τι συνέβαινε γύρω της, χωρίς κανείς να την προσέχει», γράφει στο σημείωμα του δίσκου ο συνθέτης.

«Εμεινα στυλωμένος, ο μόνος που την πρόσεξε… Χωρίς να καταλάβω, είχα σταθεί έξω από το βιβλιοπωλείο του Ριτζιόλι και στη βιτρίνα του απέναντί μου ακριβώς, βρισκότανε ένα βιβλίο για τον Ντα Βίντσι, με την Tζοκόντα στο εξώφυλλό του να μου χαμογελά απίθανα αινιγματική, αυτόματα μεγεθυμένη, όσο η γυναίκα που χάθηκε στον δρόμο…

»Τα δέκα αυτά τραγούδια γράφτηκαν μ’ ένα συγκερασμό απελπισίας και αναμνήσεων. Το θέμα είναι η γυναίκα έρημη μες στη μεγάλη πόλη. Το κάθε τραγούδι είναι κι ένας μονόλογός της, κι όλα μαζί συνθέτουν την ιστορία της. Μια ιστορία σύγχρονη και παλιά μαζί».

Εξαιρετικά συγκινητική είναι κι η ιστορία που γράφει για τη μητέρα του πλάι στο κομμάτι «Προσωπογραφία της μητέρας μου». «Θα ‘θελα να ‘χε σταματήσει ο χρόνος εκείνη τη στιγμή που μ’ έχει αντίκρυ της και με κοιτάζει. Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά, μα δεν μπορώ, ούτε μπορεί να τη σταματήσει. Κι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη μας ευγενική, και τρυφερή να καρτεράει μια-δυο στιγμές που πέρασαν, μια-δυο στιγμές που έζησα μοναδικά για εκείνη».

Το «Blue», από την άλλη, είναι η μουσική με την οποία έντυσε το ομώνυμο ποιητικό και εναλλακτικό γουέστερν του Σίλβιο Ναριτσάνο. Το έργο ηχογραφήθηκε στο Χόλιγουντ με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λος Αντζελες και σολίστ στην κιθάρα τον σπουδαίο Βραζιλιάνο Λαουρίντο Αλμέιντα (στις συναυλίες του Μεγάρου στην κιθάρα θα ακούσουμε τον Γιώργο Μουλουδάκη).

Ο ίδιος ο συνθέτης περιγράφει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στο εσώφυλλο του δίσκου: «Στο 1968 το Χόλιγουντ ζούσε την επανάσταση των λουλουδιών, με πολλά παραισθησιογόνα, με αρκετή διστακτική ερωτική ελευθερία και με μια εφημερίδα εβδομαδιαία, τη Free Press, που την πουλούσαν με φανατισμό, εθελοντικά, νέοι στα πεζοδρόμια της Σάνσετ Στριπ.

» Τον ίδιο καιρό η Παραμάουντ γύριζε ένα φιλόδοξο γουέστερν με σκηνοθέτη έναν Καναδό, τον Ναριζάνο, με πρωταγωνιστές έναν Αγγλο, τον Τέρενς Σταμπ κι έναν Μεξικανό, τον Ρικάρντο Μονταλμπάν, και με συνθέτη έναν Ελληνα, εμένα. Μέσα σ’ αυτό το μεθυστικό πανηγύρι προσπάθησα να ξεπεράσω σε ομορφιά τον Τέρενς Σταμπ κι έγραψα αυτή τη μουσική του “Blue”».

Info:

Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», 20.30. Τιμές: Φοιτ., ΑμεΑ: 10. Συνταξιούχοι, 65+: 12. Ζώνη Γ: 25. Ζώνη Β: 35. Ζώνη Α: 40, Διακεκριμένη: 55.