ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 21/6/2025 η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ υπό τον Μιχάλη Οικονόμου έδωσε στο κατάμεστο Ηρώδειο μια συναυλία με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής. Το πρόγραμμα με τον κάπως παραπλανητικό τίτλο «Μουσικές του κόσμου» -κανείς θα περίμενε εδώ μια βραδιά «World music»- περιλάμβανε μια έξυπνα ψαγμένη και συγκροτημένη επιλογή κομματιών από αυτά που συστεγάζονται κάτω από τον βολικά περιληπτικό όρο «popular classics». Ακούστηκαν γνωστές και λιγότερο γνωστές εισαγωγές από όπερες του ρομαντισμού, συμφωνικά ποιήματα, χορωδιακά και συμφωνικοί χοροί. Αν και αισθητά άνιση, η συναυλία άφησε τελικά πολύ καλές εντυπώσεις και -το κυριότερο- ενθουσίασε το ποικίλης σύνθεσης ακροατήριο.

Το ιδιαίτερα περίεργο στοιχείο της βραδιάς ήταν ότι τα συμφωνικά κομμάτια που παίχτηκαν στο πρώτο μέρος, παρ’ ότι όχι άγνωστα αλλά πάντως απαιτητικά καθένα με τον τρόπο του, ήχησαν άτολμα, αμήχανα και σαν απροετοίμαστα, ενώ αυτά του δεύτερου μέρους παίχτηκαν με άνεση και ζωντάνια. Γιατί άραγε; Μάλλον θα μείνουμε με την εύλογη απορία… Πάντως η συναυλία ενθουσίασε το ακροατήριο.

Η βραδιά ξεκίνησε με την εμβληματική για τη ρωσική μουσική Εισαγωγή στην όπερα «Ρουσλάνος και Λιουντμίλα» (1837/42) του Ρώσου Μικαΐλ Γκλίνκα και ακολούθησαν το συμφωνικό ποίημα «Μολδαύας» (1874/79) του Τσέχου Μπέτριχ Σμέτανα και το λυρικό Αντάτζιο του Σπάρτακου και της Φρυγίας από τη μουσική για το φερώνυμο μπαλέτο (1954/56) του Χατσατουριάν˙ το τελευταίο φέροντας φαντάσματα από παραστάσεις των Μπαλέτων Μπαλσόι στην Αθήνα τέλη δεκαετίας του ΄70… Δυστυχώς, ειδικά τα δύο πρώτα ήχησαν σαν να εκτελούνταν… συλλαβιστά: διστακτικά, σε αισθητά αργή κίνηση, δίχως αιχμηρές μεταπτώσεις, συνεπώς απονευρωμένα και με ισοπεδωμένο συντακτικό. Στη συνέχεια παίχτηκαν αξιοπρεπώς τρεις συνθέσεις με χορωδία: ο ευχαριστιακός ύμνος «Ave verum corpus» (1791) του Μότσαρτ, το χορωδιακό των Τσιγγάνων «Vedi! le fosche notturne spoglie» από τον βερντιανό «Τροβαδούρο» και το πρώτο (1901) από τα έξι «Pomp and circumstance marches» του Βρετανού Εντουαρντ Ελγκαρ. Στις εκτελέσεις τους συμμετείχαν η Χορωδία της ΕΡΤ σε διδασκαλία Μ. Παπαπέτρου και η Χορωδία του Δήμου Αθηναίων σε διδασκαλία Στ. Μπερή. Τα τρία κομμάτια δύσκολα θα μπορούσαν να διαφέρουν περισσότερο μεταξύ τους.

Αντίθετα, όλα τα κομμάτια του δεύτερου μέρους ήχησαν σε βάθος επεξεργασμένα. Στην εκτενή εισαγωγή από τον βαγκνερικό «Ριέντσι» αναδείχτηκαν εύστοχα οι περιπετειώδεις, δραματικές μεταπτώσεις και οι σωρευτικές φορτίσεις, ενώ εξαιρετική ήταν η ιδέα να παρεμβληθεί στη συνέχεια το σύντομο «Short ride in a fast machine» του Τζον Ανταμς: η πνευματώδης, εξεζητημένα νευρώδους πολυρρυθμίας φανφάρα για ορχήστρα του Αμερικανού μινιμαλιστή λειτούργησε -έστω για κάποιους λίγους- ως αναψυκτική ανάσα εναλλακτικής πρόσληψης των βασικών δομικών συστατικών της μουσικής. Ακολούθησαν το πρώτο και το έκτο μέρος από την εθνικοσχολικά εμπρεσιονιστική «Δωδεκανησιακή σουίτα αρ.1» (1948) του Γιάννη Κωνσταντινίδη. Η αιθέρια, εμπνευσμένα παιχνιδιάρικη μουσική του Σμυρνιού συνθέτη λειτούργησε αβίαστα και με φυσικότητα ως γέφυρα προς το αυθεντικά… γαλλικού αρώματος «Μπολερό» (1928) του Μορίς Ραβέλ, στην εκτέλεση του οποίου, προεξάρχοντος του εξαιρετικού σαξοφωνίστα Γκουίντο ντε Φλάβις, όλοι οι σολίστες πνευστών της ΕΣΟΕΡΤ έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους!

Το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε περνώντας στον οικείο στους Ελληνες λατινικό ήχο με τη σύνθεση «Χορός αρ.2» (1994) του Μεξικανού Αρτούρο Μαρκές. Πρόκειται για σύνθεση που χάρη στη δημοτικότητα που απέκτησε όταν άρχισε να παίζεται από τον Ντουνταμέλ και την Ορχήστρα Σιμόν Μπολιβάρ σήμερα λογίζεται ως… δεύτερος εθνικός ύμνος του Μεξικού. Ανάλαφρη, χορευτική, με αισθησιακές εξάρσεις, παίχτηκε με αμεσότητα και ζέση, λειτουργώντας αβίαστα ως αποφορτιστική κορύφωση μιας συναυλίας που στόχευσε και πέτυχε να χαρίσει απλόχερα ξενοιασιά κάτω από τον καλοκαιρινό ουρανό.