Τον παγκόσμιό μας Μίκη Θεοδωράκη είχα τη μεγάλη τιμή και την απερίγραπτη χαρά να τον γνωρίσω στο Καυτανζόγλειο Στάδιο στη μεγαλειώδη, πρώτη μεταπολιτευτικά, συναυλία του στη Θεσσαλονίκη και να τον συνοδεύσω, φιλικά και δημοσιογραφικά, στα επόμενα πολλά χρόνια, σε αρκετές περιοδείες του στην Ευρώπη, έχοντας μακρές συνομιλίες μαζί του, παίρνοντάς του συνεντεύξεις και δηλώσεις.
Η πιο πρόσφατη συνάντησή μας, που δυστυχώς υπήρξε και τελικός αποχαιρετισμός, ήταν τον Δεκέμβριο του 2012, κατά την ιστορική εμφάνισή του στο ξακουστό Μέγαρο Συναυλιών της Βιέννης, όπου πάνω από 2.000 επισκέπτες -όρθιοι για πολλά λεπτά της ώρας, με φρενήρη χειροκροτήματα και επευφημίες θαυμασμού και σεβασμού- τον αποθέωναν κατά την είσοδό του στην αίθουσα για να παρακολουθήσει τη μεγάλη συναυλία προς τιμήν του, με τα «κλασικά» συμφωνικά έργα του.
Τώρα, με τη συμπλήρωση των εκατό χρόνων από τη γέννησή του, θεωρώ ένα είδος «υποχρέωσής» μου να προχωρήσω στην αναδημοσίευση της, όπως θεωρώ, εμβληματικής συνέντευξης που μου είχε δώσει πριν από ακριβώς τριάντα χρόνια.
Εγινε με την ευκαιρία της παρουσίασης του μεγαλειώδους έργου «Μαουτχάουζεν», σε ποίηση Ιάκωβου Καμπανέλλη, στον τόπο του μαρτυρίου: στο πρώην ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν στην Ανω Αυστρία, στα πενήντα χρόνια από την απελευθέρωσή του. Το διηύθυνε εκεί, για δεύτερη φορά, ο ίδιος ο κορυφαίος μας συνθέτης.
Η συνέντευξη είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», της οποίας διατελούσα τότε -και για πάνω από δύο δεκαετίες (όπως και της εφημερίδας «Μακεδονία»)- ανταποκριτής Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε πρωτοπαρουσιάσει ήδη τον Μάιο του 1988 σε παγκόσμια πρεμιέρα το «Μαουτχάουζεν» στον τόπο του μαρτυρίου, σε μια ιστορική συναυλία του, με ερμηνεύτριες τη Μαρία Φαραντούρη, την Ελινόαρ Μοάβ-Βιντιάδη και την Ανατολικογερμανίδα Γκίζελα Μάι (στα ελληνικά, εβραϊκά και γερμανικά), παρουσία του τότε ομοσπονδιακού καγκελάριου της Αυστρίας Φραντς Βρανίτσκι και δεκάδων χιλιάδων προσκυνητών από όλη την Ευρώπη.
Ακολουθεί η συνέντευξη, η οποία παρατίθεται ακριβώς όπως είχε δημοσιευτεί πριν από τριάντα χρόνια.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Μέσα στις προηγούμενες ημέρες η ανθρωπότητα γιόρτασε την 50ή επέτειο από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα του φασισμού με επίσημες τελετές σε Λονδίνο, Παρίσι, Μόσχα και αλλού, ή προσκυνώντας στους τόπους μαρτυρίου εκατομμυρίων θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Στο πλέον διαβόητο των στρατοπέδων, στο Μαουτχάουζεν, ο κορυφαίος των συνθετών μας, ο Μίκης Θεοδωράκης, απότισε συμβολικά φόρο τιμής στα εκατομμύρια νεκρούς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τελώντας «λειτουργία» με την παρουσίαση του μνημειώδους, ομώνυμου έπους του, το «Μαουτχάουζεν».
Ηταν ή τουλάχιστον θα έπρεπε να ήταν η απότιση φόρου τιμής για λογαριασμό της Ελλάδας, που έδωσε όσο λίγες άλλες χώρες τόσο αίμα σε εκείνο τον ολέθριο πόλεμο.
Ομως ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης αμφισβητεί εντονότατα το αν η Ελλάδα σήμερα τιμά ή θέλει να τιμήσει εκείνα τα θύματά της για την Ελευθερία, για τη Δημοκρατία, για την Ειρήνη.
Σε μια αποκλειστική συνομιλία του με τη «Θεσσαλονική», ο διασημότερος των «πρεσβευτών» του πολιτισμού μας στο εξωτερικό μιλά για τον φασισμό που πάντα υπάρχει με άλλες μορφές, για τους πολέμους που δεν σταματούν, για τους δωσίλογους και μαυραγορίτες που εξακολουθούν να κυβερνούν στην Ελλάδα, για να καταγγείλει με δριμύτητα πως «μόνον στην Ελλάδα διώκονται συνεχώς οι αντιστασιακοί».
Ο Μίκης δηλώνει, και είναι η γενιά που έζησε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, έχει κάνει ο ίδιος στα κρατητήρια-στρατόπεδα συγκέντρωσης της «Γκεστάπο», πολλοί φίλοι του βρήκαν τον θάνατο στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ανήκει στη γενιά που αγωνίστηκε για να τελειώσει ο πόλεμος, να νικηθεί ο φασισμός, να διαλυθούν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ετσι αυτές οι επέτειοι λήξης του πολέμου είναι για τη γενιά τη δική του, για ζωντανούς και νεκρούς, μια στιγμή νίκης, μια στιγμή που αισθάνεται πως πήρε, κατά κάποιο τρόπο, εκδίκηση από τους δημίους της.
Ομως δεν ολοκληρώθηκε το όραμά της. Ο ίδιος μετά τον πόλεμο πήγε σε άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αυτή τη φορά ελληνικό, στη Μακρόνησο, και από το 1968 σε ένα άλλο, επίσης ελληνικό, στον Ωρωπό.
«Πάντως, εκείνη η μάχη που δόθηκε κατά του γερμανοϊταλικού φασισμού ήταν γιγαντιαία, ήταν διεθνής, πήραν μέρος όλοι οι λαοί του κόσμου ενωμένοι, ενώθηκαν όλοι οι αντιφασίστες, οι Σοβιετικοί, Αμερικάνοι, Ελληνες, Αγγλοι, Γιουγκοσλάβοι και άλλοι, και είναι πολύ καλό που, έστω και με πολλή υποκρισία, γιορτάζεται, τιμάται η μνήμη των θυμάτων εκείνου του πολέμου».
Για τον Μίκη, οι τόποι μαρτυρίου, όπως το Μαουτχάουζεν, προξενούν έναν μοναδικό κλονισμό σ’ αυτόν που τους επισκέπτεται, μιας και δεν μπορεί να διανοηθεί με τη μνήμη αυτά που συνέβαιναν εκεί, που «και κτήνος να είναι ακόμη, σίγουρα θα ευαισθητοποιηθεί». Πρέπει να διατηρηθούν, πρέπει να τους επισκέπτονται σχολεία «στους αιώνες των αιώνων, δεν πρέπει να σβήσουν ποτέ αυτά. Ομως σε ορισμένα μέρη τα έχουν εξαφανίσει, στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πάντως, τη Μακρόνησο θα την κάνουν σε λίγο τουριστικό μέρος».
Τη διατήρηση της μνήμης, σύμφωνα με τον Μίκη, δεν τη θέλει ο φασισμός που εξακολουθεί να υπάρχει με διάφορες μορφές. Γιατί με τη μνήμη μόνον δεν θα μπορέσουν να ξαναϋπάρξουν στρατόπεδα συγκέντρωσης, με τη μνήμη πρέπει να ξυπνήσουν οι άνθρωποι που οδηγούνται σε μια ζωή φυτού.
Και τη μνήμη δεν τη θέλουν στην Ελλάδα. Γιατί μετά τον πόλεμο την Ελλάδα την κυβερνούν οι δωσίλογοι και μαυραγορίτες και κατόπιν οι συνεργάτες της χούντας. Αυτοί που αγωνίστηκαν στην Ελλάδα ή πήγαν φυλακή ή εξοντώθηκαν ή στάλθηκαν στα σπίτια τους: «Ξέρεις εσύ κανέναν αντιστασιακό στην Ελλάδα που να πήρε μία θέση, έστω και κλητήρα, σε υπουργείο;».
«Είμαστε ίσως η μόνη χώρα στον κόσμο η οποία καταδίωξε τους αντιστασιακούς, αυτούς που πολέμησαν για την πατρίδα. Το θέμα δεν είναι η σύνταξη, την οποία δεν ξέρω αν την πήραν οι ίδιοι, οι άλλοι πάντως την πήραν. Ο αντιστασιακός ο οποίος πήγε να δώσει τη ζωή του και πήγε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, δεν πήγε να πάρει λεφτά. Πήγε να πάρει μία αναγνώριση. Και αυτή η αναγνώριση δεν του δόθηκε».
«Αυτοί που πήγαν στις ανατολικές χώρες και γύρισαν, γύρισαν γερόντια πλέον για να πεθάνουν εδώ πέρα. Είναι το μόνο που θέλουν, θέλουν να έχουν δύο μέτρα γης για να πεθάνουν, χωρίς καμιά τιμή».
«Αυτή η έλλειψη μνήμης δεν είναι κάτι αυθόρμητο, είναι κάτι αναγκαίο. Με τον πόλεμο και μετά στην Ελλάδα ήρθαν δύο είδη, οι μαυραγορίτες αλλά και οι συνεργάτες των Γερμανών που μετά έγιναν συνεργάτες των Αγγλων, των Αμερικανών και διαιωνίσθηκαν. Εγιναν μία εξουσία η οποία δεν έχει σχέση με τους αγώνες του ελληνικού λαού».
«Και όταν πάλι έγινε η χούντα, μπήκαν πάλι ορισμένοι βλάκες, όπως και εγώ, επικεφαλής στην Αντίσταση, και τώρα, κυβερνούν αυτοί πάλι που συνεργάσθηκαν με τη χούντα. Λοιπόν είναι μια ιστορία τέτοια ανήθικη και απογοητεύει τον έναν και τον άλλον. Εγώ είμαι πλήρως απογοητευμένος».
«Και εκείνη η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης δεν ήταν παρά εκλογικό κόλπο για μερικές παραπάνω ψήφους. Και ποιος να τιμήσει την Αντίσταση. Για ρίξε μια ματιά σε ονόματα και μέσα στην ίδια τη Βουλή. Πολλών από αυτούς οι πατεράδες ήταν συνεργάτες των Γερμανών, ποιος λοιπόν να τιμήσει την Αντίσταση».
Και ο Μίκης διατυπώνει μια σειρά ερωτήματα και απορίες: «Ξέρουμε για όλες τις μάχες που έγιναν στην Ελλάδα, στα βουνά, στην επαρχία, στην Αθήνα, κάθε ημέρα υπήρχαν νεκρά παιδιά, ποιος τα ξέρει όλα αυτά σήμερα; Είναι ολόκληρη ιστορία, ποιος ενδιαφέρεται να μαθευτεί; Κι ακόμη: Δεν ήταν μόνον πόλεμος: όταν οι αντάρτες καταλάμβαναν μια περιοχή εφάρμοζαν λαϊκή δικαιοσύνη, λαϊκή παιδεία, λαϊκό πολιτισμό».
«Και ήταν η ίδια η Ελλάδα που ελευθερώθηκε με τους δικούς της ανθρώπους. Δεν ήρθαν, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία, οι Αμερικάνοι για να ελευθερώσουν. Εμείς ελευθερώσαμε την Αθήνα, την Ελλάδα. Και αυτά δεν τα ξέρει κανένας. Γιατί;».
«Διότι αυτοί που ήρθαν μετά, ήταν όλα αυτά που βλέπουμε σήμερα στην Ελλάδα, από εκεί προέρχονται. Η εθνική ζωή στην Ελλάδα δεν εξελίχθηκε ομαλά».
Ο Μίκης αισθάνεται, όπως προανέφερε, σφόδρα απογοητευμένος, όχι όμως ότι απέτυχε πλήρως στις προσπάθειές του: «Τίποτε δεν πάει χαμένο, η ελπίδα παραμένει».
Αποδίδει όμως με δριμύτητα και ευθύνες στη λογοκρισία, στη διατεταγμένη λογοκρισία, «στα μέσα ενημέρωσης» και πιστεύει πως εκεί υπάρχει μία χειρίστης μορφής δικτατορία, μια «δικτατορία – τραβεστί».
Του ίδιου του αρέσει να βλέπει το «φύλο» του καθενός, ξέροντας με ποιον έχει να κάνει: «άνδρες – άνδρες, γυναίκες – γυναίκες, σοσιαλιστές – σοσιαλιστές, φασίστες – φασίστες»…
Από την άλλη νιώθει ευτυχής που είναι συνθέτης, που έχει την ευτυχία να έχει έναν δικό του κόσμο, να επικοινωνεί με τον κόσμο αυτόν, με ανθρώπους που συγκινούνται και που θέλουν να επικοινωνούν μαζί του…
