ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παρή Σπίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Λέγεται ότι όσο μπόι του έλειπε (ήταν περίπου 1,5 μέτρο) άλλη τόση αυτοπεποίθηση είχε ο Γιούρι Γκριγκόροβιτς που συστηνόταν στην αυτοβιογραφία του ως «ο σπουδαιότερος εν ζωή χορογράφος στον κόσμο του μπαλέτου». Αποψη που πολλοί συμμερίζονται και τώρα που ο επιδραστικός Ρώσος χορογράφος, κραταιός καλλιτεχνικός διευθυντής των Μπαλέτων Μπολσόι για περισσότερα από 30 χρόνια έκλεισε τα μάτια του, σε ηλικία 98 ετών.

Ισχυρή προσωπικότητα, απόλυτος στις απόψεις του -όπως τον περιγράφουν-, αφοσιωμένος στο κλασικό μπαλέτο, υπερασπίστηκε τα πρότυπά του για τους αρρενωπούς χορευτές και τις λεπτεπίλεπτες χορεύτριες, διαμόρφωσε ένα όραμα για το ρωσικό μπαλέτο στα τέλη του 20ού αιώνα, το οποίο αποδείχτηκε εξαιρετικά ανθεκτικό: λαμπερό, κομψό, ακροβατικό. Κατά τη διάρκεια της μακράς θητείας του στα Μπολσόι, διοργάνωσε συχνά διεθνείς περιοδείες και ενίσχυσε τη φήμη του οργανισμού σε όλο τον κόσμο. Αλλά η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης το 1991 έφερε οικονομική αβεβαιότητα, εσωτερικές διαμάχες και μια φυγή ταλέντων στο εξωτερικό. Το 1995, ο Γκριγκόροβιτς παραιτήθηκε μετά από μήνες σύγκρουσης με τη διοίκηση σχετικά με τα συμβόλαια των καλλιτεχνών, πυροδοτώντας την πρώτη απεργία των χορευτών στην ιστορία του. Δημιούργησε μια νέα ομάδα μπαλέτου στο Κρασνοντάρ, αν και τελικά επέστρεψε στο Μπολσόι το 2008 για να εργαστεί ξανά ως χορογράφος και επικεφαλής των μπαλέτων.

Γεννημένος το 1927 στο Λένινγκραντ, ο Γιούρι Νικολάεβιτς Γκριγκόροβιτς προερχόταν από οικογένεια χορευτών. Εκπαιδεύτηκε στην Ακαδημία Μπαλέτου του Λένινγκραντ, εντάχθηκε στο Μπαλέτο Κίροφ το 1946, ενώ το 1964 το Κρεμλίνο τον διεκδίκησε για τη διεύθυνση των Μπαλέτων Μπολσόι στη Μόσχα όπου παρέμεινε μέχρι την επεισοδιακή αποχώρησή του το 1995.

Ο μελοδραματικός «Σπάρτακος» του 1968 παραμένει το διαχρονικό αριστούργημά του, ενώ γέμισε το ρεπερτόριο των Μπολσόι με κλασικά έργα: «Η Ωραία Κοιμωμένη» (1963), «Ο Καρυοθραύστης» (1966), «Η Λίμνη των Κύκνων» (1969), «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (1979), «Ραϊμόντα» (1984), «Η Μπαγιαντέρα» (1991), «Δον Κιχώτης» και «Ο Κουρσάρος» (1994). Σε αρκετές παραγωγές συμμετείχε η σύζυγός του, η αιθέρια μπαλαρίνα Ναταλία Μπεσμερτνόβα, παραμερίζοντας για χάρη της άλλες πρώτες μπαλαρίνες, όπως η Μάγια Πλισέτσκαγια και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που η ίδια στην αυτοβιογραφία της τον χαρακτήρισε «μικρό Στάλιν».

Ο Βαλέρι Γκεργκιέφ, επικεφαλής των Θεάτρων Μπολσόι και Μαριίνσκι, δήλωσε ότι ήταν «μια θρυλική προσωπικότητα που θα συνεχίσει να εμπνέει σεβασμό και θαυμασμό για τις επόμενες δεκαετίες». Το Μπολσόι ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι «θα τιμά πιστά τη μνήμη του και θα προστατεύει την ανεκτίμητη κληρονομιά του».