ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πόσες συνεντεύξεις να έχει δώσει στη ζωή του ο Γιώργος Νταλάρας; Μερικές εκατοντάδες αναμφίβολα. Υπάρχει λοιπόν περιθώριο ο ίδιος, τόσο έμπειρος στη διαδικασία, να εκπλαγεί από τη συνθήκη μιας συνέντευξης; Κι ακόμα περισσότερο, υπάρχει περίπτωση να πει ή να αφηγηθεί πράγματα που δεν τα έχει ήδη πει; Κι όμως στη συνέντευξη που έδωσε σε μία ομάδα μαθητών, κυρίως της Πέμπτης Δημοτικού, και στον δάσκαλό τους Γιώργο Θεοδοσίου, στη μικρή δηλαδή «αντιπροσωπεία» του 1ου Δημοτικού Σχολείου Νέου Ψυχικού, το οποίο από το 2006 με πρωτοβουλία του συγκεκριμένου εκπαιδευτικού εκδίδει κάθε χρόνο την -πολυβραβευμένη πια- σχολική εφημερίδα «Το Κουνούπι» (που εκτυπώνεται με χορηγία της ΑΜΚΕ «Αιγέας»), ο Νταλάρας είπε και πράγματα που δεν τα έχει ξαναπεί. Κι άλλα, λόγω των συνομιλητών του, τα είπε με τέτοια αφηγηματικότητα, γλυκύτητα και τρυφερότητα που ήταν σαν να τα έλεγε για πρώτη φορά.

Αλλωστε το παραδέχτηκε και ο ίδιος, καθώς ξεκινούσε η κουβέντα του με τους μαθητές γι’ αυτή την ιδιαίτερη συνέντευξη που προοριζόταν για το τεύχος του «Δεκεμβρίου 2023» της σχολικής εφημερίδας: «Να σας πω πριν αρχίσουμε. Δεν το έχω ξανακάνει αυτό, μου κάνει εντύπωση, δεν το έχω ξανακάνει αυτό. Να μιλήσω με τα παιδιά είναι για μένα πολύ μεγάλη χαρά και μεγάλη τιμή».

Καταξιωμένος και κοσμαγάπητος μουσικός και ερμηνευτής ο ίδιος, επεδίωξε να επισημάνει στα παιδιά ότι ξεκίνησε με μεγάλες δυσκολίες, γνώρισε στιγμές μεγάλης θλίψης αλλά προχώρησε. Να λοιπόν κάποια αποσπάσματα αυτής της συνέντευξης για:

Τα παιδικά του χρόνια: «Δύσκολα χρόνια. Γεννήθηκα το 1949. Η πόλη που γεννήθηκα ήταν ο Πειραιάς. Γεννήθηκα σε ένα σπίτι φτιαγμένο από τσιμεντόλιθους και ένα σκέπασμα από λαμαρίνα. Γιατί οι παππούδες μου, οι γιαγιάδες μου, ήρθαν από τη Μικρά Ασία όταν έγινε η καταστροφή της Σμύρνης. Είμαστε λοιπόν πρόσφυγες. Ζήσαμε περίεργα χρόνια γιατί κάθε τόσο έπρεπε να φεύγουμε, αλλάζαμε συνεχώς γειτονιά. Κι αυτό που με πείραζε πιο πολύ ήταν ότι άλλαζα σχολεία. Ηταν πολύ δύσκολο να αποχωρίζεσαι τους συμμαθητές σου. Τα χρόνια ήταν τόσο δύσκολα, όχι μόνο για εμένα, για όλους. Σκεφτείτε ότι τη χρονιά που γεννήθηκα μόλις είχε τελειώσει ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα και τέσσερα-πέντε χρόνια πριν ήταν η γερμανική κατοχή. Η χώρα μας είναι μια βασανισμένη χώρα. Τα παιδικά μου χρόνια είναι ένα κομμάτι της ζωής μου που παρ’ ότι ήταν δύσκολο, ήταν πολύ φωτεινό, με αγάπη. Ηταν αλλιώς ο κόσμος τότε. Το σχολείο ήταν αγάπη, φιλίες, πολλές εκδρομές. Τα παιδιά έβγαιναν έξω παρέα στις γειτονιές, δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα […]».

● Πώς ασχολήθηκε με τη μουσική: «Ο πατέρας μου ήταν μουσικός κι άλλοι τρεις-τέσσερις θείοι, αδέλφια του πατέρα μου, ήταν κι εκείνοι μουσικοί. Ο πατέρας μου ήταν το δέκατο παιδί της οικογένειας· ακούστε, εκείνα τα χρόνια οι μαμάδες έκαναν πολλά παιδιά, πάρα πολλά παιδιά. Ακουγα όλη τη μέρα μουσική, είτε από τα γραμμόφωνα είτε ζωντανά. Κι επειδή ασχολιόμουν πολύ με τη μουσική, όταν πήγα σχολείο με έβαζαν και τραγουδούσα. Κι έτσι σιγά σιγά έμπαινα στις χορωδίες σε όλες τις τάξεις. Εγώ δεν καταλάβαινα ότι έχω ωραία φωνή, αλλά αφού ο δάσκαλος έλεγε “τραγούδα”, τραγουδούσα και σιγά σιγά κατάλαβα ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο […] Σιγά σιγά άρχισα να ανακαλύπτω ότι η μουσική δεν είναι μόνο οι μελωδίες, οι σκοποί που λέμε, δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και τα λόγια που λένε και κάποιες φορές τα λόγια ήταν τόσο σημαντικά που με έκαναν κι έκλαιγα μικρό παιδί. Είναι ένα τραγουδάκι που θυμάμαι ακόμα, λέγεται “Πέρα στους πέρα κάμπους”. Πολύ συγκινητικό τραγούδι, έκλαιγα όταν το άκουγα. Ενιωσα ότι κάτι συμβαίνει με το τραγούδι κι όσο μεγάλωνα το κυνηγούσα όλο και πιο πολύ. Κι έλεγα “άρα το τραγούδι είναι τα όργανα, οι μελωδίες, ο σκοπός, τα ποιήματα, τα λόγια, τα θέματα δηλαδή του τραγουδιού”. Και μετά ο τραγουδιστής. Πάντα έβαζα τον τραγουδιστή σε τρίτη μοίρα. Το τραγούδι είναι η ποίηση, τα λόγια και η μουσική κι αυτοί βέβαια οι καταπληκτικοί οργανοπαίχτες. Αν θέλεις να γίνεις τραγουδιστής το πρώτο πράγμα που οφείλεις να κάνεις είναι να γίνεις μουσικός. Ετσι ξεκίνησα […]».

 Για τον Μίκη Θεοδωράκη: «[…] Ηταν ένας επαναστάτης και τον ακολούθησαν κι άλλοι. Αυτή η επανάσταση βοήθησε κι άλλους καλλιτέχνες. Ζωγράφους, θεατρικούς συγγραφείς. Αυτός ο άνθρωπος τα πήρε όλα αυτά, με το μυαλό του τα πήρε και τα σήκωσε όλα ψηλά. Κι αρχίσαμε όλοι αντί να κοιτάμε κάτω το πεζοδρόμιο και τις λάσπες, αρχίσαμε να κοιτάμε πάνω και να αναρωτιόμαστε. Ποιοι είμαστε; Τι θέλουμε να πούμε; Τι ανάγκη έχει ο κόσμος; Γιατί πάντα ο κόσμος σε όλες τις γενιές έχει την ανάγκη να ανέβει σκαλοπάτια».

● Για το ποιον από όσους συνθέτες ερμήνευσε αισθάνθηκε πιο κοντά του: «Τον Σταύρο Κουγιουμτζή. Υπάρχουν δυο-τρεις ακόμα, εγώ λέω ότι είναι η οικογένειά μου. Ο Μάνος Λοΐζος, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Μάνος Ελευθερίου. Τα πιο όμορφα τραγούδια μου ήταν του Σταύρου Κουγιουμτζή».

● Για το ποια θεωρεί την πιο συγκλονιστική στιγμή στη ζωή του: «Στην Ελβετία κάποιοι φιλάνθρωποι προσέφεραν μόρφωση και ποιότητα ζωής στα παιδιά που ήταν θύματα πολέμου και ήταν από άπορες οικογένειες. Η μητέρα μου έκανε αίτηση και κρίθηκε να φύγω εγώ. Εγώ όμως ήμουν πιο μικρός, ο Χρήστος ήταν πιο μεγάλος. Κι έστειλε τελευταία στιγμή τον Χρήστο. Και πήγε στο Πεσταλότσι, ένα χωριό του Ερρίκου Ντυνάν που είχε Ελληνες δασκάλους. Εκεί έζησε, μεγάλωσε, μορφώθηκε Αυτή ήταν η χειρότερη στιγμή της ζωής μου. Εχασα τον αδελφό μου. Δεν τον έβλεπα πια. Και μιλούσαμε μόνο με τα γράμματα».

● Για το ποιο είναι το πιο αγαπημένο του από τα τραγούδια του: «Εχω πολλά αγαπημένα τραγούδια, αλλά θα ξεχωρίσω ένα και δεν το έχω πει εγώ πρώτη εκτέλεση. Είναι το “Μη μου θυμώνεις μάτια μου”. Εχει μια θλίψη, είναι του Κουγιουμτζή».

● Για ό,τι θα έλεγε σε ένα παιδί: «Αν κάποιος έχει ταλέντο στο τραγούδι, στη μουσική, στη ζωγραφική, στον αθλητισμό, στο θέατρο, στη συγγραφή να μην πει “Θα ασχοληθώ για να μοιάσω σε κάποιον”. Πρέπει να αγαπήσει πρώτα το ταλέντο του. Πρώτα πάμε στο βάθος, να διαβάσω, να μάθω. Φτιάχνω όπλα πνευματικά, ψυχικά. Ο,τι θέλετε να το κάνετε με βάθος και να το αγαπήσετε».