Η Ελένη Τσαλιγοπούλου σαρώνει τη σκηνή του «Αλσους» (μέχρι την Παρασκευή 24 Νοεμβρίου) με τη φωνή της αλλά και την τρομερή της προσωπικότητα. Το φετινό της πρόγραμμα, βασισμένο σε πολύ μεγάλο βαθμό στην παράδοση, είναι στην ουσία η συνέχεια των καλοκαιρινών της εμφανίσεων που, όμως, στέκεται πολύ καλά και σε έναν κλειστό χώρο.
Επειτα από δύο ώρες σπουδαίων τραγουδιών και συγκινητικών ερμηνειών η Ελένη κάθεται για λίγο στην καρέκλα, το κοινό καταλαβαίνει και ξεσπά σε χειροκροτήματα. Το περισσότερο χειροκρότημα που έχω ακούσει να δίνει το κοινό την ώρα που μια γυναίκα απλώς βγάζει τα παπούτσια της. Γιατί οι φίλοι της που την ακολουθούν χρόνια ξέρουν πολύ καλά τι θα ακολουθήσει.
Απελευθερωμένη, κυριολεκτικά και συμβολικά, ετοιμάζεται για το τελευταίο μέρος του προγράμματος που μας παρασύρει όλους σε μια τεράστια γιορτή. Με όχημα πάντα τη φωνή αλλά και την ψυχή της. Ακούραστη, χαμογελαστή, συγκινητική, γνήσια. Και ξαφνικά όλα γίνονται μαγικά και βρισκόμαστε όλοι παρέα γύρω από ένα στρωμένο τραπέζι στην ταβέρνα του μπαμπά της στη Νάουσα.
● Εμφανίζεσαι για πρώτη φορά στο «Αλσος», πώς είναι αυτή η εμπειρία;
Ηταν η πιο «ξεάγχωτη» πρεμιέρα. Είναι ουσιαστικά η καλοκαιρινή μας περιοδεία που εμείς αποφασίσαμε να την ολοκληρώσουμε στο «Αλσος». Επειδή δεν θα παίξω πουθενά τον χειμώνα, διαλέξαμε να κάνουμε λίγες εμφανίσεις σε έναν πραγματικά υπέροχο χώρο. Είναι στρογγυλός, έχει παράθυρα, είναι η δομή του πολύ ωραία.
● Τα τελευταία χρόνια νιώθω ότι έχεις απελευθερωθεί ακόμα πιο πολύ από ό,τι στην αρχή της καριέρας σου και κάνεις στη μουσική πραγματικά αυτό που θέλεις. Ισχύει;
Η αλήθεια είναι ότι αισθάνομαι σαν να βρήκα έναν τρόπο να εξελίξω την τέχνη μου. Το 2010 έγραψα για πρώτη φορά τραγούδια, ήταν σαν να έκανα μια επανεκκίνηση, έκανα διαφορετικό ήχο, διάλεξα να κάνω πράγματα για να κάνω αυτό που θέλω, να αφήσω τα πολύ μεγάλα μαγαζιά και το mainstream. Τα τραγούδια μου ευτυχώς είναι διαχρονικά, έχουν αντέξει στον χρόνο για 20 και 30 χρόνια, οπότε έχω αυτή την πολυτέλεια. Δεν μπορώ να εξελιχθώ αν δεν αλλάξω λίγο οπτική. Θέλω να κάνω αυτό που θέλω, να τραγουδήσω αυτά που θέλω, αλλά και πάλι από την πλευρά της εξωστρέφειας. Δεν έχω κάνει ακόμα ένα ρεσιτάλ που είναι στα σχέδιά μου. Να πω τραγούδια που έχω άχτι εδώ και πολλά χρόνια. Που είναι πιο εσωτερικά, που βγάζουν πιο πολύ την ψυχή μου και τα κρυμμένα μου συναισθήματα.
● Πότε έγινε αυτή η αλλαγή στην οπτική;
Εγινε σιγά σιγά. Επαθα ένα εξόφθαλμο και μπήκα σε μια διαδικασία να κοιτάξω πιο πολύ τον εαυτό μου. Εκοψα το τσιγάρο, άρχισα να κάνω μαθήματα φωνητικής, γιατί αυτό είναι το μόνο που με τρομάζει, να χάσω τη φωνή μου, να μην μπορώ να τραγουδήσω. Μπορεί να μην κάνω δίαιτες, να μη γυμνάζομαι όσο θα έπρεπε. Προσπαθώ όμως να κάνω πράγματα που θέλω, με πολύ καλή παρέα. Διαλέγω τους μουσικούς που θέλω, τα μαγαζιά που θέλω και με κάνουν να αισθάνομαι καλά. Εχω παίξει βέβαια και σε τεράστια μαγαζιά, αλλά όταν είμαι μόνη μου προτιμώ κάτι λίγο πιο μικρό για να μπορώ να κάνω αυτό που θέλω. Να μη χρειάζεται να ευχαριστήσω δηλαδή 2.000 άτομα, αλλά να ευχαριστήσω 200-300.
● Υπήρξαν άνθρωποι που αποτέλεσαν σταθμούς στην καριέρα σου; Η συνεργασία με τον Γιώργο Νταλάρα στα πρώτα σου βήματα ήταν ένας από αυτούς;
Αν δεν ήταν ο Γιώργος Νταλάρας και όλοι οι καλλιτέχνες που συνεργάστηκα, θα ήταν όλο το πράγμα διαφορετικό. Οχι πως δεν θα ασχολούμουν με το τραγούδι, αλλά ο «θείος» (Γιώργος Νταλάρας) μού έδωσε φοβερό αβάντζο γιατί τραγουδήσαμε μαζί σε όλο τον κόσμο. Δεν είναι ότι βρεθήκαμε μια φορά και συνεργαστήκαμε. Ταξιδέψαμε και τραγουδήσαμε παντού. Αυτό για ένα παιδί που μέχρι τότε τραγουδούσε στα 50 άτομα της Θεσσαλονίκης είναι τεράστιο δώρο. Βέβαια ένα κορίτσι που δεν είχε ζήσει σχεδόν τίποτα μέχρι τότε, έπρεπε να κολυμπήσει στα βαθιά. Και όχι μόνο στο τραγούδι, πάντα ήξερα ότι τραγουδάω καλά, αλλά δεν ήξερα πώς να ζήσω. Να μάθω πώς να ζω, πώς να επικοινωνώ, γιατί να τραγουδάω ήξερα. Ο Νταλάρας, ο Καλδάρας, ο Ανδρέου, ο Λειβαδάς ήταν φοβερές στάσεις στη ζωή μου. Οτι τραγούδησα τον «Επιτάφιο» του Μίκη Θεοδωράκη το 2002 ήταν πολύ σημαντικό, όπως και ότι γνώρισα τον Χατζιδάκι έστω και στα πεταχτά και είδα το μεγαλείο του. Οτι γνώρισα τον Ξαρχάκο στην αρχή της πορείας μου και τραγούδησα το «Ρεμπέτικο». Οτι γνώρισα όλους αυτούς του μεγάλους τραγουδιστές που εξαιτίας τους ήθελα να τραγουδάω.
● Με όλα αυτά τα συστατικά έφτιαξες τον δικό σου μουσικό κόσμο. Και ο κόσμος σε ακολούθησε.
Το τραγούδι είναι όλη μου η ζωή. Ο τρόπος να ερμηνεύσω τη δική μου ζωή, τα δικά μου πάθη, τα δικά μου προβλήματα. Θεωρώ ήρωες τους ανθρώπους που δεν έχουν την τέχνη και μπορούν να εξελίσσονται ως άνθρωποι σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία που ζούμε. Είναι πολύ μεγάλη η ανάγκη του κόσμου να ουρλιάξει το πρόβλημά του. Το νιώθω σε κάθε live. Θέλει να βγάλει το άχτι του κατά έναν τρόπο. Το πιο μεγάλο δώρο που μου δόθηκε είναι να ξέρω ότι και εγώ μπορώ να βοηθήσω και να ξεμπλοκάρω το συναίσθημα με τον τρόπο μου και το τραγούδι μου.
● Εγινες μητέρα σε πολύ μικρή ηλικία και μάλιστα σε μια κλειστή κοινωνία. Παρ’ όλα αυτά κατέβηκες στη Θεσσαλονίκη και ακολούθησες το όνειρό σου. Πώς βλέπεις σήμερα τις γυναίκες; Είναι πιο εύκολα τα πράγματα;
Ηταν τόσο πολλά τα χρόνια της καταπίεσης, που έχουμε πάρει φόρα οι γυναίκες και στο διάβα μας βάζουμε μπουρλότο. Δεν έχει βρεθεί ακόμα η ισορροπία μεταξύ ανδρών και γυναικών και θα αργήσει, πιστεύω, να βρεθεί. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι ο φόβος των ανδρών για να κάνουν όλα αυτά τα άσχημα πράγματα. Τόσο πολύ μας φοβούνται;
● Σου στέρησε το τραγούδι κομμάτια από την προσωπική σου ζωή;
Από τη μια μεριά λέω όλα τα καλά που μου έδωσε το τραγούδι και από την άλλη λέω και όλα τα στραβά. Οταν δίνεις όλη σου τη ζωή στο τραγούδι, όλη σου τη σκέψη, όλο σου τον χρόνο, χάνεις σίγουρα τη μητρότητα, τη συντροφικότητα, τη φιλία. Χάνεις κομμάτι του εαυτό σου. Μεγαλώνοντας νιώθω ότι όποιο δρόμο και αν διάλεγα κάτι θα έχανα και κάτι θα κέρδιζα. Αισθάνομαι περήφανη, όμως, γιατί έκανα διορθωτικές κινήσεις σύντομα. Δεν έχασα το μυαλό μου, τη ζωή μου, τον ειρμό μου, την καρδιά μου. Αυτό που με βοήθησε, όμως, μέσα από όλο αυτό είναι να κατανοώ τους ανθρώπους – δεν είμαι υπεράνω επειδή και εγώ έχω πολλά ελαττώματα και πολλά σκοτεινά σημεία. Αποδέχτηκα τον εαυτό μου και έτσι καταλαβαίνω και τους ανθρώπους. Είμαι άλλωστε καλή ακροάτρια.
