Η πρόσφατη ανάληψη της διεύθυνσης της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της ΕΡΤ (ΕΣΟΕΡΤ) από τον ικανότατο αρχιμουσικό Μιχάλη Οικονόμου βελτίωσε αισθητά την ποιότητα ήχου και εκτελέσεων. Συνακόλουθα, διεκδίκησε επάξια θέση για το σύνολο στην κεντρική περιοχή της αθηναϊκής μουσικής ζωής. Οπως επιβεβαιώνει ο αναβαθμισμένα συγκροτημένος συνολικός ήχος της ΕΣΟΕΡΤ πρόκειται για προϊόν καλά σχεδιασμένης, σκληρής και επίμονης δουλειάς. Μοιραία, ωστόσο, υπάρχει ένα όριο στη βελτίωση· όριο που έχει να κάνει με τις δυνατότητες των επιμέρους μουσικών και το οποίο, όπως θα φανεί παρακάτω, διαπιστώσαμε ξεκάθαρα στη ριψοκίνδυνα απαιτητική συναυλία που έδωσε το σύνολο υπό τον Οικονόμου στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής (2/6/2023). Το πρόγραμμα περιλάμβανε δύο έργα με έντονο αλλά κατά περίπτωση διαφορετικό, περιγραφικό χαρακτήρα: στο πρώτο μέρος τη «Θάλασσα» (1903/05) του Ντεμπισί και στο δεύτερο τη «Σεχραζάντ» (1888) του Ρίμσκι-Κόρσακοφ.
Δίχως να έχει συνθέσει ώς τότε μια κανονική Συμφωνία και, προφανώς, αποφεύγοντας ηθελημένα τον όρο «Συμφωνικό ποίημα», ο Γάλλος συνθέτης αποκάλεσε το έργο του «Τρία συμφωνικά σκίτσα». Το ιδιότυπο αριστούργημα του μουσικού εμπρεσιονισμού αποτελείται από δύο μεστά δράσης ακραία μέρη, στα οποία παρεμβάλλεται ένα γρήγορο με χαρακτήρα τυπικού σκέρτσου. Ο Γάλλος συνθέτης Ζαν Μπαρακέ περιέγραψε τη «Θάλασσα» ως «το πρώτο έργο ανοιχτής μορφής […] μια διαδικασία ηχητικής ανάπτυξης στην οποία οι έννοιες της (θεματικής) έκθεσης και της ανάπτυξης συνυπάρχουν σε μια αδιάκοπη έξαρση». Εδώ ο αρχιμουσικός καλείται να συνδυάσει την αναλυτική απόδοση της γραφής εκάστου μικροεπεισοδίου με την ασφαλή λειτουργική ένταξή του στη ροή του όλου, χρησιμοποιώντας καθαρά μουσικά μέσα. Αυτό σημαίνει αριστοτεχνικά ισορροπημένη παραγραφοποίηση μέσω ζυγιασμένων στίξεων, ακαριαίων ανακλαστικών και μεταπτώσεων δοσμένων έντεχνα με μεταβολές στην ταχύτητα, τη ρευστότητα της φραστικής και την αιχμηρότητα της άρθρωσης. Εχοντας απέναντί του σε πλήρη εγρήγορση και άρτια προετοιμασμένους τους μουσικούς της ΕΣΟΕΡΤ, ο Οικονόμου διέπλασε μια φανερά επεξεργασμένη, καλά συντονισμένη, ταιριαστά ρευστή εκτέλεση με ωραίες εναλλαγές, η οποία κράτησε αδιάλειπτα ζωντανό το ενδιαφέρον.
Ωστόσο, στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, η εκτέλεση της «Σεχραζάντ» του Ρίμσκι-Κόρσακοφ σκόνταψε σε μια…τεράστια λεπτομέρεια που υπονόμευσε φανερά τη συνολική εντύπωση. Η τετραμερής συμφωνική σουίτα του εμπνευσμένου Ρώσου συνθέτη αντλεί από τις περίφημες «Χίλιες και μία νύχτες». Μουσική «εξωτική», απολύτως χαρακτηριστική της αισθητικής του οριενταλισμού στη ρομαντική του εκδοχή, η «Σεχραζάντ» αναδίδει αισθησιασμό, σφύζει από συναισθηματικά φορτισμένες μελωδίες, διαθέτει λαμπερή, θαυμαστά ευρηματική ενορχήστρωση και απολαυστικά περιπετειώδη, περιγραφική συμφωνική δράση που, αργότερα, θα λειτουργήσει ως πρότυπο/παράδειγμα στην αναδυόμενη τέχνη του κινηματογραφικού soundtrack. Ο Οικονόμου υποστήριξε θαυμάσια την αφηγηματική δραματουργία του έργου: οργάνωσε εύστοχα τη ροή της εκτέλεσης με σφριγηλό ωστικό παλμό, έφτιαξε σχήματα κλιμάκωσης-αποκλιμάκωσης με προσεγμένη οικονομία δυναμικών και ταχυτήτων, έχτισε καλοζυγιασμένες αιχμές κορυφώσεων. Βασίστηκε αφενός στο ωραίο, στρωτό παίξιμο των εγχόρδων, βασική προϋπόθεση για σαγηνευτική απόδοση της μελωδίας, αλλά και στις προσεγμένες συνεισφορές πνευστών και κρουστών.
Στο έργο αυτό είναι κρίσιμες οι εκτενείς, εναρκτήριες παράγραφοι για το σόλο βιολί καθώς η εκφορά τους γίνεται αντιληπτή ως μουσικό πορτρέτο της Σεχραζάντ, αφηγήτριας των παραμυθιών. Το σόλο βιολί εισάγει συμβατικά ως δραματουργικό προανάκρουσμα στη μουσική εκάστου μέρους της τετραμερούς σουίτας και επανέρχεται περιστασιακά σε κομβικές στιγμές της μουσικής δράσης. Η γραφή του διαθέτει θαυμαστή φραστική συμπύκνωση, τεταμένη εκφραστικότητα και, ταυτόχρονα, δεξιοτεχνικές αιχμές που συνδυαζόμενες προοικονομούν θαυμαστά τον χαρακτήρα εκάστου επεισοδίου: ονειρικό, λυρικό/ερωτικό, επικίνδυνο, εξωτική περιπέτεια κ.λπ. Συνεπώς, είναι πολύ σημαντικό οι σελίδες αυτές να παιχτούν αβίαστα, με απόλυτη δεξιοτεχνική άνεση, εκφραστική ευφράδεια και ευγενές συναίσθημα. Στην περίπτωση της ΕΣΟΕΡΤ δεν μπορούμε να πούμε ότι ο εξάρχων Επαμεινώνδας Φίλιππας διέθετε το επίπεδο τεχνικής και εκφραστικής επάρκειας για να ανταποκριθεί στο ζητούμενο δίχως εκπτώσεις. Παρ’ ότι γενικώς ελεύθερο λαθών, το παίξιμό του πρόδιδε έντονη προσπάθεια και στα πιο δύσκολα σημεία (τουλάχιστον έτσι όπως έχουμε όλοι συνηθίσει να τα ακούμε στις ηχογραφήσεις) κατέφευγε σε ευκολίες, κατεβάζοντας ταχύτητα, αναλύοντας τη φραστική κ.λπ. Επίσης, ούτε και τα συντομότερα, περαστικά σόλι του τσέλου ήσαν αυτά που θα όφειλαν να είναι…
