Οι φόρμες που κινούνται στο μεταίχμιο, που ορίζονται πιο δύσκολα ως ανήκουσες στη μία ή την άλλη τέχνη, είναι κι αυτές που πιο δύσκολα βρίσκουν το κοινό τους, τον στόχο τους «εμπορικά». Το «Οι ώρες ανάμεσα» των Αντρέα Μαντά και Τηλέμαχου Μούσα είναι από τις πλέον χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις. Το κείμενο του Μαντά έχει ως αφετηρία τον Μπέκετ –κυρίως όμως τον μη θεατρικό. Αλλά και μόνο το όνομα του συγγραφέα όπως και ο χώρος (Bios) παραπέμπουν στο θέατρο, καθώς το μυαλό μας λειτουργεί συνήθως με αυτοματισμούς. Η παρουσία του σπουδαίου μουσικού και αυτοσχεδιαστή Τηλέμαχου Μούσα οδηγεί τη σκέψη προς τη μουσική, τη συναυλία. Ούτε κι αυτό όμως είναι ακριβώς αληθές.
Οι βιντεοσκοπημένες απαγγελίες Μπέκετ από τον Barry Adamson, τον George Pelecanos και τη Julee Cruise -μεταξύ άλλων- δημιουργούν με τον τρόπο προβολής τους την αίσθηση ενός εικαστικού δρώμενου. Το σύνολο μπορεί να περιγραφεί ως μια μουσική-εικαστική περφόρμανς, που παραπέμπει -ναι, γιατί όχι;- και στο θέατρο. Ο φυσικός της χώρος θα ήταν μια γκαλερί σύγχρονης τέχνης ή ένα μουσείο. Σε άλλες πρωτεύουσες (ή και μη) του κόσμου αυτή η συνθήκη αποτελεί κοινό τόπο. Εδώ πάλι οι διαφορετικές αίθουσες μοιάζουν να περιχαρακώνουν ζηλόφθονα το κοινό τους. Παράξενα πράγματα για μια εποχή που οι διαχωριστικές γραμμές κάθε είδους ανάμεσα σε τέχνες, ιδιώματα, τάσεις έχουν καταρρεύσει προ πολλού, καθώς ο καλλιτέχνης αναζητά με αγωνία το Ολον.
Ο Αντρέας Μαντάς σαρώνει τη σκηνή και ο Τηλέμαχος Μούσας κάνει μαγικά πράγματα στο theremin αλλά και στην κιθάρα. Καμιά θεατρική ερμηνεία δεν επιχειρείται –και σωστά. Δεν είναι παράσταση, ούτε σκοπεύει να είναι. Ομως είναι πιθανότατα ένα θέαμα πιστό στον λόγο αλλά κυρίως στο πνεύμα του Μεγάλου Ιρλανδού Απάτριδος, στο έργο του οποίου ούτως ή άλλως ο λόγος, η σκέψη, ο χρόνος, τα ίδια τα πρόσωπα και το μυαλό τους έχουν ήδη καταρρεύσει. Δεν ξέρω αν έχει νόημα να αντιμετωπίζει πια κανείς τους χαρακτήρες του Μπέκετ ως ρόλους, ως Dramatis Personae. Μάλλον η αλήθεια τους βρίσκεται στη σισύφεια επανάληψη, στον κατακερματισμό του λόγου, στην κατάρρευσή του προς την κραυγή, στην καταβύθισή του μέχρι την άνοια.
Ορθότατη επιλογή και το γεγονός πως οι ξένοι «καλεσμένοι» δεν είναι ηθοποιοί και δεν επιχειρούν ούτε αυτοί να «παίξουν» το μπεκετικό ποίημα που τους εδόθη. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός πως οι λήψεις των εικόνων τους παραμένουν στο επίπεδο του DIY: απλοί, τυχαίοι χώροι, εγγραφή με κινητό τηλέφωνο. Παρ’ όλο που προφανώς αυτό έχει γίνει από ανάγκη -κατά πάσα πιθανότητα κατά τη διάρκεια της περιόδου του εγκλεισμού-, είναι απόλυτα σωστό. Παλαιός κανόνας των τεχνών, αλλά από τους ελάχιστους που εξακολουθούν να έχουν νόημα μετά την αμφισβήτηση και την αποδόμηση όλων των κανόνων: η μορφική διατύπωση οφείλει να πηγάζει από το περιεχόμενο και να κινείται προς την ίδια κατεύθυνση. Αυτό ακριβώς ισχύει στην περίπτωσή μας.
Για λίγα ακόμα Δευτερότριτα το ραντεβού με το «Οι ώρες ανάμεσα» στον υπόγειο χώρο τού Bios.
