ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Μίκης Θεοδωράκης έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, όπως θα λέγαμε, έχοντας απολαύσει μια πλήρη ζωή σε όλα τα επίπεδα: συνθέτης παγκόσμιας αναγνώρισης, ποιητής, συγγραφέας δεκάδων –πολιτιστικού και πολιτικού περιεχομένου– βιβλίων, αγωνιστής της Αριστεράς, με διώξεις και εξορίες – πάντα ως δρων καλλιτέχνης, πολιτικός και πολίτης, σε ιδανική ταύτιση. 

Ως συνθέτης είχε την ικανοποίηση να περάσει στον κόσμο, ντυμένο με τις μουσικές του, το έργο καταξιωμένων ποιητών και να δημιουργήσει ολόκληρο ρεύμα – μέσα κι έξω από την Ελλάδα, καθώς έως τότε το ελληνικό τραγούδι αναλωνόταν σε μια θεματογραφία κυρίως ερωτικού και γενικώς πονεσιάρικου περιεχομένου, που δεν έθιγε την «τάξη» των νικητών του Εμφυλίου. Να αναγνωριστεί ακόμα και από τους πολιτικούς του αντιπάλους. 

Για όσους είχαμε το προνόμιο να τον ζήσουμε από κοντά –εδώ και στο εξωτερικό– ήταν ο πιο αναγνωρίσιμος Ελληνας, ως συνθέτης και πολίτης. Από αρχηγούς κρατών, ομότεχνους και –κυρίως– κοινό. Και με δημοσιεύματα που προκαλούν το ερώτημα τι περισσότερο να γραφτεί τώρα με την εκδημία του. 

Φαινόμενο γενικά και ως ανθρώπινος οργανισμός, με πάντα επισφαλή υγεία, αρχικά από μια παλιά φυματίωση που είχε εισπράξει στην εξορία (στα χρόνια του Εμφύλιου), με θεραπευτικές αγωγές μέσα και έξω από νοσοκομεία, πράγμα ωστόσο που δεν τον εμπόδιζε, αναλαμβάνοντας κάθε φορά, να προσθέτει την προσωπική του παρουσία όπου χρειαζόταν – ακόμα και με νοσοκομειακό καροτσάκι. 

Προσωπικά έλαχε, λόγω της δημοσιογραφικής μου ιδιότητας, ως καλλιτεχνικός συντάκτης, να τον γνωρίσω από κοντά, να ζήσω, εδώ και στο εξωτερικό, την απήχηση που είχε το έργο του και να θαυμάζω τις αντοχές του, σε όλα τα επίπεδα. Αν είχα κάτι να προσθέσω, θα έλεγα (κοινό μεν, αλλά σωστό) πως είναι ο τελευταίος σύγχρονος μεγάλος Ελληνας. Ηταν το 2009 που του είχα πάρει μια (ακόμη) μεγάλη συνέντευξη για το περιοδικό «Ε» της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας» (24 Απριλίου 2009), όπου και τότε αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας. 

– Σε τι κατάσταση, πέρα απ’ ό,τι βλέπω, σας βρίσκω; 

«Από άποψη υγείας είμαστε λίγο πεσμένοι σ’ αυτή την οικογένεια – εγώ 84 ετών, η γυναίκα μου 83, έχει μυοπάθεια, δεν βγαίνει καθόλου έξω και, λόγω του ότι είμαστε πολύ δεμένοι, δεν βγαίνω κι εγώ και είναι τώρα δυο χρόνια. Εχω προβλήματα με τα πόδια μου, δεν μπορώ να βαδίσω. Εδώ τώρα είμαι καθισμένος κι έχω δυο κουδούνια, γιατί αν δεν έρθει κάποιος, δεν μπορώ να σηκωθώ». 

– Εγώ πάντως σας βρίσκω καλά. 

«Το μυαλό μου δουλεύει κανονικότατα κι αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα. Εχω μια στεναχώρια για ό,τι συμβαίνει γύρω μου – εννοώ όχι μόνο στην οικογένειά μου, αλλά στον κόσμο ολόκληρο. Μην ξεχνάς ότι εμείς ζήσαμε διαφορετικά, οι ορίζοντες, οι κεραίες μας – υποφέραμε όταν κάποιοι υπέφεραν, ακόμα και αν ήταν μακριά. Δεν ήμασταν συγκεντρωμένοι τον εαυτό μας».

Και περνάμε στα καλύτερά του χρόνια: 

«[Ηταν] η δεκαετία του ’60 – και για εμένα και για τον τόπο. Επίσης ήταν οι συναυλίες στο εξωτερικό, στη διάρκεια της δικτατορίας και μετά. Ηταν ένα λουτρό ψυχικό. Εζησα καταστάσεις, δεν έχω παράπονο. Αν έχω ένα παράπονο είναι ότι η σπορά μας, μολονότι πιστεύω ότι τίποτα δεν πάει χαμένο, κυρίως η σπορά των νεκρών, γιατί, αν κρατάει κάτι την Ελλάδα, είναι αυτή η σπορά, αλλά και η δική μας σπορά –καλλιτεχνών, πνευματικών ανθρώπων, επιστημόνων, αγροτών– για να έχουμε μια δημοκρατία σαν τη σημερινή, δεν πέρασε στη νέα γενιά, κι αυτό με στενοχωρεί […] Νομίζω ότι θα πρέπει να βρεθεί μια νέα ιδεολογία – εγώ την ονομάζω κοινωνία της αλληλεγγύης. Μια ιδεολογία με ρίζες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές σ’ αυτή την κοινωνία της ζούγκλας που ζούμε». 

– Μια ευχή για τον εαυτό σας; 

«Καλό και ήσυχο τέλος». 

– Και για τον τόπο; 

«Καλή και ανήσυχη αρχή – για ένα νέο ξεκίνημα»…