Στις 20 και 21/7/2021, στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών, το σύνολο «Latinitas Nostra» και πέντε μονωδοί υπό τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο, καθώς επίσης ένας ηθοποιός παρουσίασαν στην Πειραιώς 260 το κομμάτι μουσικού θεάτρου «Danke» («Ευχαριστώ»). Σύλληψη, δραματουργία, σκηνοθεσία, σκηνογραφία και βίντεο έφεραν τις υπογραφές των μελών της δημιουργικής ομάδας «SUM» (Ανδρέας και Μυρσίνη Λινού, Ολγα Σφέτσα).
Η σύνθετη αυτή παράσταση, που δόθηκε με δίγλωσσους υπέρτιτλους των αδόμενων και απαγγελλόμενων κειμένων, περιελάμβανε ενόργανη και φωνητική μουσική μπαρόκ, ηλεκτρονική μουσική, πεζό λόγο σε θεατρική απόδοση και επί σκηνής ταυτόχρονη λειτουργία δύο αργαλειών Ζακάρ (Jaquard). Βαρύνουσες ήσαν επίσης οι συνεισφορές των μεταφραστών (Γιώργος Κοροπούλης, Στέλλα Ζουμπουλάκη), του υπεύθυνου για τη σύνθεση των ηλεκτρονικών (Πάνος Ηλιόπουλος), του ενδυματολόγου (Γιώργος Σουμπάσης), των σχεδιαστών του φωτισμού (Βαγγέλης Μούντριχας, Αλέξανδρος Αλεξάνδρου) κ.ά.
Συγκεφαλαιωτικά επρόκειτο για μια επιτηδευμένα υβριδική πρόταση –«παραστατικό γεγονός» κατά τους δημιουργούς- που έσυρε σε βεβιασμένο διάλογο αφ’ ενός το κατανυκτικό μπαρόκ ορατόριο «Μembra Jesu Nostri» («Τα Μέλη του Ιησού μας» 1680) του Μπουξτεχούντε, αφ’ ετέρου τη συσσώρευση τετριμμένων και βαθύτερων ψυχικών παθών και απλών ατυχημάτων ενός καθημερινού ανθρώπου. Επιπρόσθετα, η επιφανειακή, νοηματικά αβαθής και μετέωρη ομοιότητα των αρχαϊκών μουσικών χειρογράφων του Μπουξτεχούντε προς τις διάτρητες καρτέλες των αργαλειών και των πρώιμων ηλεκτρονικών υπολογιστών εκφράστηκε με την επί σκηνής θορυβώδη λειτουργία δύο αργαλειών Ζακάρ ενώ ο ίδιος κώδικας μεταφραζόταν ζωντανά σε ηλεκτρονικό ήχο μέσω υπολογιστή. Η παράσταση συνοδευόταν με επιτηδευμένες γραπτές οδηγίες παρακολούθησης.
Η χαοτική έλξη των ανεξέλεγκτων συνειρμών
Η σκηνική δραματουργία συνίστατο στην ταυτόχρονη ακρόαση της μουσικής, των εμμονικά φλύαρων θεατρικών μονολόγων, του ηλεκτρονικού ήχου (ambient ηχώ, looping) και του μονότονου μηχανικού ήχου των αργαλειών. Το συνδυαστικό αποτέλεσμα διέγειρε ποικίλες αντιδράσεις και συνειρμούς που κυμαίνονταν ανεξέλεγκτα ανάλογα με την ψυχολογία και το βάθος καλλιέργειας εκάστου ακροατή/θεατή.
Θέτοντας συστηματικά το «υψηλό» του μπαρόκ ορατορίου σε ωμά απεξιδανικευτική αντιπαράθεση προς την ευτέλεια των κοινών παθημάτων του καθημερινού ανθρώπου και παρά τις διαφαινόμενες ψυχολογικές αποχρώσεις, το όλο έρρεπε προς τη γελοιοποίηση ή απλώς διολίσθαινε ενοχλητικά προς το γελοίο. Στην καντάτα για τα πόδια του πάσχοντος Ιησού αντιπαρατέθηκε μονόλογος για τα… εξανθήματα που προκαλούν τα αθλητικά παπούτσια στα πόδια του αφηγητή. Την καντάτα για τα χέρια του Ιησού «καπέλωσε» χειμαρρώδης αφήγηση του ατυχήματος της υπέρβαρης γιαγιάς του αφηγητή, η οποία έσπασε το χέρι της πέφτοντας από πλαστική καρέκλα του γύφτου.
Σε άλλη καντάτα οι μονωδοί σκούπιζαν με θεατρινίστικες κινήσεις δάκρυα και ιδρώτα με χαρτομάντιλα που στη συνέχεια εκσφενδόνιζαν στους μουσικούς… Κατά την αντίληψη των «SUM» το όλο ίσως να εκτόνωνε την πολιτισμική δυσφορία από τη δυσανεκτικότητα στο έντονα εκλεπτυσμένο, ευσεβιστικό στίγμα του μπαρόκ ορατορίου ή να έσερνε σε παρηγορητική συνάφεια τον λατρευτικά ηδυπαθή αισθησιασμό του μπαρόκ προς τα πεζά πάθη και τους ευτελείς, φυσικούς πόνους της καθημερινότητας· άλλοι όμως μπορεί να αισθάνονταν ακριβώς αντίθετα! Ουδείς μπορεί να προεξοφλήσει το πώς σκέπτεται και πώς αισθάνεται το κοινό. Ετσι, η επιθυμία ενός δημιουργού να μοιραστεί βεβιασμένα, μέσα από τη γλώσσα της Τέχνης, προσωπικούς του συνειρμούς εμπεριέχει το ρίσκο να πέσει στο… κενό.
Ασφαλώς δεν επρόκειτο για παρουσίαση του ορατορίου. Ωστόσο, πιθανότατα, αυτή ήταν η πρώτη φορά που αυτό ακούστηκε ζωντανά στην Ελλάδα. Αν και, λόγω της τεράστιας αίθουσας, αναπόδραστα υποστηριγμένη από μικροφωνική ενίσχυση, η εκτέλεση υπό τον Χρυσικόπουλο ήταν μουσικά και εκφραστικά θεσπέσια. Απαλλαγμένοι από την έγνοια να ακουστούν από το βάθος της σκηνής, επάνω από τον ήχο των «Latinitas Nosta» και τους επιθετικά φωνακλάδικους, αγχωτικούς μονολόγους του ηθοποιού (εξαιρετικός ο Γιώργος Κριθάρας) οι πέντε μονωδοί (Αντωνέλου, Μπάκα, Πάτση, Φίλιας, Σαραντίδης) έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους, προβάλλοντας και συνδυάζοντας αβίαστα την αισθαντικά πλούσια ηχοχρωματική παλέτα των φωνών τους. Οδηγημένοι από τον έμπειρο, μουσικότατο Χρυσικόπουλο παίχτες οργάνων και μονωδοί διέπλασαν με ευγενή ηδυπάθεια τη φραστική του τραγουδιού τους, χτίζοντας συγκινητικές κορυφώσεις. Σίγουρα θα άξιζε να παρουσιαζόταν το ορατόριο μόνο του.
