ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ματούλα Κουστένη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Mε τον Βότσεκ, για πρώτη φορά στην ιστορία του θεάτρου, ο Μπίχνερ φέρνει στη σκηνή τον κοινό άνθρωπο, το άτομο χωρίς ιδιότητα, τον εκπρόσωπο του λαού. Δεν είναι ούτε βασιλιάς ούτε θεός, είναι ο ανώνυμος, ο άνθρωπος που έως τότε δεν είχε αφήγημα. Οποτε η δραματουργία των προηγούμενων αιώνων παρουσίασε λαϊκές φιγούρες, αυτές ήταν κυρίως δευτερεύοντες κωμικοί ρόλοι για να εξυπηρετήσουν τη δράση. Ποτέ δεν παρουσιάστηκε ο πόνος του κοινού θνητού, ποτέ δεν συγκρίθηκε η ανθρωπότητα ολόκληρη με εκείνον τον χωρίς πρόσωπο εργάτη, εκείνη τη χωρίς φωνή πόρνη, εκείνον τον χαμένο στο πλήθος στρατιωτικό».

Είναι προφανές πως ανάμεσα στον κορυφαίο Γάλλο σκηνοθέτη Ολιβιέ Πι και τον «Βότσεκ» υπάρχει μια σπάνια σχέση. Ο διευθυντής του Φεστιβάλ της Αβινιόν προετοιμάζεται από καιρό για την πρεμιέρα του στην Αθήνα με ένα έργο που δεν έχουμε ξαναδεί από την Εθνική Λυρική Σκηνή. Σύμμαχοί του στην πρόκληση ο σταθερός συνοδοιπόρος του σκηνογράφος-ενδυματολόγος Πιερ-Αντρέ Βάιτς που για άλλη μια φορά έχει σχεδιάσει ένα έξοχο σκηνικό σε διαρκή κίνηση, ο διακεκριμένος αρχιμουσικός Βασίλης Χριστόπουλος που θα καθίσει στο πόντιουμ, ο διεθνώς αναγνωρισμένος βαρύτονος της ΕΛΣ Τάσης Χριστογιαννόπουλος που επωμίζεται τον ομώνυμο ρόλο και η ξεχωριστή Γερμανίδα υψίφωνος Ναντίνε Λένερ στον ρόλο της Μαρί.

Στις 19 Ιανουαρίου κάνει, λοιπόν, πρεμιέρα μια ιστορία για τη βία που υφίσταται από το περιβάλλον του ένας απλός, καθημερινός, φτωχός άνθρωπος, με συνέπεια η σκέψη του να χάνεται σε δαιδαλώδεις διαδρομές. Οταν ο στρατιώτης Βότσεκ συνειδητοποιεί ότι η γυναίκα του Μαρί, η μόνη σταθερή αναφορά στη ζωή του, έχει εραστή, τη σκοτώνει. Αναζητώντας το φονικό μαχαίρι που ο ίδιος πέταξε στη λίμνη, πνίγεται.

«Ο Βότσεκ, αποσπασματικό και ημιτελές έργο μιας ευφυΐας είκοσι επτά ετών, είναι πραγματικά μια τραγωδία. Οι θεοί και η μοίρα αντικαθίστανται από τον κοινωνικό ντετερμινισμό και τη βία της ιεραρχίας. Η ποιητική σύνθεση, η έσχατη συνείδηση αντικαθίστανται από μια προφητική και καθημερινή γλώσσα και τον τρόμο μπροστά στο γεγονός ότι δεν μπορείς να αλλάξεις την αδικία του κόσμου», λέει ο Ολιβιέ Πι, μία από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του σύγχρονου πολιτισμού της Γαλλίας.

Πρώτη από τις δύο όπερες του Αλμπαν Μπεργκ, ο «Βότσεκ» βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό του Γκέοργκ Μπίχνερ, το οποίο έμεινε ημιτελές και εκδόθηκε το 1879, περισσότερα από σαράντα χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα. Ο Μπεργκ παρακολούθησε το ανέβασμα του θεατρικού στη Βιέννη (1914) και αμέσως αποφάσισε να μετατρέψει το κείμενο σε όπερα. Από τις σκηνές του έργου επέλεξε δεκαπέντε, τις οργάνωσε σε τρεις πράξεις και συνέγραψε ο ίδιος το λιμπρέτο.

«Αν για τον Μπίχνερ ο Βότσεκ είναι το παράδειγμα του ανθρώπου που συνθλίβεται από την κακή κοινωνία, για τον Μπεργκ είναι εμβληματικός της εργατικής τάξης της οποίας η ψυχή καταπίνεται από ένα διεστραμμένο σύστημα. Αν θέλαμε να δώσουμε μια περίληψη του σύντομου αλλά απείρως πολύσημου αυτού έργου, θα μπορούσαμε να το κάνουμε χρησιμοποιώντας τους ίδιους όρους της σύγχρονής μας φρίκης. Με την όπερα αυτή εμφανίζεται η πιθανότητα για μια γενιά να εξοριστεί από την ανθρωπότητα. Η οικολογική ανησυχία, οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις, η άνοδος των εξτρεμισμών, η παραληρηματική ανάδυση του ψέματος και η κατάρρευση των δημοκρατικών δομών μάς προσανατολίζουν σε αυτό το ριζοσπαστικό και σαστισμένο έργο, ένα αριστούργημα του οποίου προφήτης υπήρξε ένας νεαρός άνδρας στα τελευταία του, που βυθίστηκε στα σκοτάδια του ξέφρενου λυρισμού ενός άνδρα που βρισκόταν στον πυρήνα ενός έθνους στις φλόγες. Απομένει για μας να ακούσουμε αυτήν την ξέφρενη αγνότητα που θέλησαν ένας ποιητής κι ένας συνθέτης, ως ισχυρή δυστοπία, για να μας θυμίσουν πως ο άνθρωπος και μόνον αυτός είναι το βαρόμετρο κάθε ηθικού νόμου».

Η σύνθεση της όπερας ξεκίνησε πριν από το ξέσπασμα του Α’ Παγκoσμίου Πολέμου και ολοκληρώθηκε μετά το τέλος του. Η εμπειρία του πολέμου μέσα από τη θητεία του στον αυστροουγγρικό στρατό επηρέασε βαθιά τη σύνθεση του «Βότσεκ».

«Υπάρχει κάτι από μένα σε αυτόν τον χαρακτήρα, καθώς πέρασα αυτά τα χρόνια του πολέμου εξίσου εξαρτώμενος από ανθρώπους που μισώ, ήμουν αλυσοδεμένος, άρρωστος. Αιχμάλωτος, παραιτημένος, για την ακρίβεια ταπεινωμένος», έγραφε ο Μπεργκ προς τη γυναίκα του το 1918.

«Πριν από τον Φρόιντ, ο Μπίχνερ αντιλαμβάνεται πως σκοτεινές δυνάμεις στερούν από τον άνθρωπο κάθε “cogito ergo sum” (σκέφτομαι άρα υπάρχω) και πως, από τη στιγμή που ο πόνος αναδεικνύεται σε σύστημα για μια κοινωνία, το ένστικτο του θανάτου παρασέρνει τα πάντα», τονίζει ο Ολιβιέ Πι.

«Ολο το έργο τείνει προς το εκπληκτικό ιντερλούδιο του τέλους που, για τον Μπεργκ, είναι ένα πορτρέτο της ανθρωπότητας που πονά. Είναι δύσκολο να μη δει κανείς εδώ τη φοβερή προαναγγελία όλων των φρικαλεοτήτων που, στο μέσον του αιώνα, παραμόρφωσαν οριστικά τον λόγο και τύφλωσαν την ελπίδα. Με τη μαχαιριά του Βότσεκ ξεκινά το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, το τέλος κάθε ιστορικής προοπτικής στραμμένης προς την κοινωνική δικαιοσύνη. Ο Μπεργκ όχι μόνο ανεγείρει ένα μνημείο προς τιμήν του προλεταριάτου, αλλά δηλώνει επίσης πως ο άνθρωπος δεν θα απελευθερωθεί ποτέ από τα δαιμόνιά του όσο ο ορθολογισμός και το κέρδος θα βαραίνουν πάνω στην ύπαρξη».

? Info: Eθνική Λυρική Σκηνή-Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Παραστάσεις 19, 23, 26, 31 Ιανουαρίου, 2 Φεβρουαρίου. Ωρα έναρξης 20.00 (Κυριακές 18.30). Τηλ.: 2130885700. Τιμές εισιτηρίων: €15- €70. Φοιτητικό, παιδικό: €15. Περιορισμένης ορατότητας: €10.