Δαιμόνια και εμπνευσμένη γυναίκα, με στόφα δημιουργού και αγωνίστριας μαζί, η μαέστρος Τερψιχόρη Παπαστεφάνου, που πέθανε σε ηλικία 91 χρόνων, κατόρθωσε το ακατόρθωτο: σε μια χώρα με ελάχιστη παράδοση στο χορωδιακό τραγούδι όχι μόνο έκανε κάποτε την Χορωδία Τρικάλων μια σταρ της μουσικής μας πραγματικότητας, αλλά και επηρέασε γενικότερα τη μουσική παιδεία και την εξέλιξη της ελληνικής μουσικής.
Οπως ακριβώς επισημαίνει και η χθεσινή δήλωση της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη, «υπήρξε πρωτοπόρος στο συνταίριασμα των κανόνων της κλασικής μουσικής με τους λαϊκούς μουσικούς δρόμους».
Με κλασικές σπουδές η Παπαστεφάνου, που γεννηθηκε το 1928 στον Βόλο κι εκεί πρωτομαθήτευσε σε ωδείο, συνέχισε στην Αθήνα και πήρε δίπλωμα πιάνου και ανώτερων θεωρητικών από το Ωδείο του Μανώλη Καλομοίρη. Αυτός της ανέθεσε το 1952 τη διεύθυνση και αναδιοργάνωση του παραρτήματος του Εθνικού Ωδείου στα Τρίκαλα. Τυχερή πόλη.
Ανήσυχη και οραματίστρια και έχοντας μια μεγάλη αγάπη για τις χορωδίες, στρώθηκε στη δουλειά, μια δουλειά που έβγαινε έξω από τα ήσυχα, απομονωμένα δωμάτια ενός ωδείου και ενέπλεκε την πόλη και τη νεολαία της στη μουσική και το τραγούδι. Μόλις δύο χρόνια μετά την εγκατάστασή της στα Τρίκαλα, η πόλη είχε αποκτήσει δύο παιδικές χορωδίες -η μια με παιδιά 7-11 χρόνων, η άλλη με μεγαλύτερα-, μια αντρική και μια μεικτή. Η τελεταία έγινε η περίφημη Χορωδία Τρικάλων, που στη δεκαετία του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60 κυριάρχησε στην Ελλάδα και έγινε γνωστή και στο εξωτερικό.
Οπως γράφει και η ίδια στο βιβλίο της «Ο μύθος μιας χορωδίας», το δημιούργημά της ήταν αποτέλεσμα της απόφασής της «να μη βυθιστώ στην κατάθλιψη και την αδράνεια στη μελαγχολική ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’50 στις θεσσαλικές πόλεις για άτομα της δικής μου ευαισθησίας». Η Χορωδία Τρικάλων έγινε «παράδειγμα και ερέθισμα και για άλλες μεγάλες ή μικρές πόλεις» και κυρίως άνοιξε νέους δρόμους στη μουσική με τις χορωδιακές διασκευές της σε τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, τη μεταφορά του έντεχνου τραγουδιού σε χορωδιακή μορφή. Κάτι που σήμερα μάς είναι τόσο οικείο σε κάθε σχολείο και γιορτή από αυτήν ξεκίνησε.
«Φως εκ Τρικάλων» έγραψε ο αθηναϊκός Τύπος όταν η χορωδία ήρθε στην Αθήνα, Δεκέμβριο του 1955, για την πρώτη της εμφάνιση στο «Παλλάς». Η συνάντησή της με τον Μίκη Θεοδωράκη ξεκίνησε το 1963, σε εποχές πνευματικής ανάτασης, τότε που η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου διασκεύασε για χορωδία τον «Επιτάφιο», εγχείρημα που επέβαλε και κάτι άλλο πρωτόγνωρο: να συνοδεύουν λαϊκά όργανα μια χορωδία. Το σύνολο ηχογραφεί δίσκους με τραγούδια του Μίκη, κάνει περιοδείες, η Παπαστεφάνου έχει πάντα στο πλευρό της τον αφοσιωμένο στην ίδια και το έργο της σύζυγό της Λεωνίδα, αγωνιστή του ΕΑΜ.
Το 1966 η Παπαστεφάνου επιστρέφει στην Αθήνα. Δυστυχώς η χούντα, που έρχεται γρήγορα, την ανάγκασε σε εφτά χρόνια καλλιτεχνικής σιωπής, αλλά όχι δημιουργίας. Γιατί τότε αρχίζει να μελοποιεί έργα μεγάλων μας ποιητών, τα οποία ηχογράφησε στη Μεταπολίτευση. Ανάμεσά τους και τα «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Πάνου Παναγιωτούνη, «Αδούλωτη» της Ελλης Παπαδημητρίου, «Ασμα Ασμάτων» σε μεταγραφή Γιώργου Σεφέρη, «Πρελούδια» από ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου, «Πόλεμος και Ειρήνη» του Γιάννη Ρίτσου καθώς και το ορχηστρικό «Καημοί στη γειτονιά».
Δεν έπαψε και μετά τη χούντα, στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 αλλά και αργότερα, να διδάσκει, να διευθύνει χορωδιακά σύνολα, να δίνει συναυλίες και να αναδεικνύει μεγάλες φωνές (οπως την Αλίκη Καγιαλόγλου, που υπήρξε σολίστ σε χορωδία της). Πριν από λίγα χρόνια, το 2011, η Χορωδία του Ψυχαγωγικού Ομίλου Σιδηροδρομικών, που είχε διευθύνει, οργάνωσε προς τιμήν της μια συναυλία στην αίθουσα συνεδρίων της Κ.Ε. του ΚΚΕ, στην οποία παραβρέθηκε και η ίδια.
Η κηδεία της γίνεται σημερα στις 3 μ.μ., στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Αμαρουσίου, με δημοτική δαπάνη. Θα ταφεί στο Νεκροταφείο Αμαρουσίου.
