ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ματούλα Κουστένη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπό την επήρεια ακόμα του Γιο Γιο Μα το αθηναϊκό κοινό ετοιμάζεται να υποδεχτεί μια άλλη μεγάλη προσωπικότητα των τεχνών που αποφάσισε να συνδιαλεγεί με τις 6 σουίτες για τσέλο του Μπαχ. Απόψε το βράδυ η κορυφαία δημιουργός του σύγχρονου χορού και παλιά γνώριμη του Φεστιβάλ, η Αν Τερέζα ντε Κεερσμάκερ, παίρνει τη σκυτάλη από τον Αμερικανό τσελίστα και παρουσιάζει στο Ηρώδειο μαζί με τέσσερις χορευτές της ομάδας της, Rosas, τη δική της πρόταση πάνω στα αριστουργήματα του Μπαχ.

Αν κρίνουμε από τις κριτικές που μιλούν για ένα «ιδανικό πάντρεμα ανάμεσα στον Μπαχ και τους Rosas» και «υπέρτατη στιγμή χάρης και ομορφιάς», τότε μας περιμένει μια συγκλονιστική παράσταση. Ο δε τίτλος του έργου παραπέμπει στη φράση «Mitten wir im Leben sind mit dem Tod umfangen» («Εν τω μέσω της ζωής, βρισκόμαστε στον θάνατο»), μετάφραση ενός λατινικού ψαλμού από τον Λούθηρο, ο οποίος έχει χαραχτεί στον τάφο της Πίνα Μπάους.

Μαζί της στη σκηνή του Ηρωδείου ο σπουδαίος Γάλλος τσελίστας Ζαν-Γκιγέν Κεράς, που φημίζεται για τη μουσική του ευελιξία –«παίζει όπως αναπνέει», λένε γι’ αυτόν οι κριτικοί– και έχει συνεργαστεί από την αρχή της καριέρας του με σημαντικά σχήματα, διατηρώντας σταθερή συνεργασία με τις Freiburg Baroqueorchester και Akademie für Alte Musik Berlin, όπως και με το Carnegie Hall στη Νέα Υόρκη.

Η Βελγίδα δημιουργός ίδρυσε την ομάδα Rosas το 1983 και το 1995 τη φημισμένη σχολή PARTS (Performing Arts Research and Training Studios) στις Βρυξέλλες ξεχωρίζοντας διεθνώς για το ιδιαίτερο χορογραφικό της στίγμα. Εχει τιμηθεί με Bessie Award (1987), Grand Prix de la Danse de Montréal (2012), Grand Prix de la Danse de Montréal (2012), Χρυσό Λέοντα στην Μπιενάλε της Βενετίας για το σύνολο του έργου της (2014), με τα Διάσημα του Τάγματος των Τεχνών και των Γραμμάτων στη Γαλλία (2008) κ.ά.

Οι σουίτες για τσέλο του Μπαχ θεωρούνται ορόσημο στην ιστορία της δυτικής μουσικής. Το πνεύμα αλλά και τα αρχιτεκτονικά τους στοιχεία, η ρυθμική ζωτικότητα και η μελωδική πολυπλοκότητά τους συνεχίζουν να προκαλούν θαυμασμό σε κοινό και κυρίως μουσικούς που θέλουν να αναμετρηθούν μαζί τους. Η σχέση της διάσημης χορογράφου με τον συνθέτη και η γοητεία που της ασκεί διαχρονικά ήταν ήδη εμφανείς σε αρκετές προηγούμενες δημιουργίες της. Αυτή τη φορά δεν χρησιμοποιεί απλώς τις μουσικές του αλλά επιχειρεί να αποτυπώσει τη χορογραφική εκδοχή των συνθέσεων και να καταγράψει την ουσία της μουσικής του γλώσσας.

«Συνήθως με βασανίζει η εύρεση τίτλων για τις χορογραφίες μου. Δεν είμαι τρομερά καλή σ’ αυτό. Σε αυτή τη δουλειά αποφάσισα να επιλέξω τη φράση του Λούθηρου, όχι μόνο γιατί είναι μία από τις καντάτες του Μπαχ αλλά κυρίως γιατί τη διάβασα πάνω στην επιτύμβια στήλη της Πίνα Μπάους, η οποία παρεμπιπτόντως είναι θαμμένη σε μια όμορφη τοποθεσία στην άκρη ενός δάσους λίγο έξω από το Γκλάντμπεκ. Εκεί το είδα γραμμένο για πρώτη φορά. Αλλωστε η δουλειά της συχνά μιλούσε για το σημείο εκείνο που διασταυρώνεται η ζωή με τον θάνατο, σου άφηνε μια αίσθηση ζωής και μελαγχολίας. Δείτε πόσο έντονη είναι για παράδειγμα η αίσθηση του θανάτου στο “Καφέ Μίλερ”», λέει η Κεερσμάκερ για τον τίτλο που χάρισε στη χορογραφία της αλλά και την αδιαμφισβήτητη επιρροή της μεγάλης Πίνα Μπάους στην τέχνη της.

Οσο για τα βαθιά συναισθήματα που της γεννούν οι συνθέσεις του Μπαχ, σχολιάζει: «Οι άνθρωποι μπορεί να διαφέρουν εσωτερικά, όμως υπάρχει ένα πράγμα που τους ενώνει: το γεγονός της θνησιμότητας. Το γνωρίζουμε, μας καθορίζει, μας οριοθετεί, μας δίνει μια αντίληψη για την ύπαρξή μας, την οποία τα ζώα στερούνται. Πιστεύω ότι ο Μπαχ ήταν o μόνος ικανός να αποτυπώσει αυτό που καθορίζει την ανθρώπινη ύπαρξη: τον διχασμό ανάμεσα στο λίγο και το άπειρο… Αλλά μήπως και τον Μπαχ δεν τον περιέβαλλε συνεχώς ο θάνατος; Εχασε τους γονείς του όταν ήταν εννέα ετών. Από τα είκοσι παιδιά που έφερε στον κόσμο η γυναίκα του τα δέκα πέθαναν. Πιθανότατα έγραψε τις σουίτες αμέσως μετά τον θάνατο της πρώτης συζύγου του. Εγραφε επίσης διαρκώς μουσική για κηδείες. Μάλιστα υπάρχει μια επιστολή του στην οποία παραπονιέται ότι ο αέρας είναι υπερβολικά υγιής και ότι δεν πεθαίνουν αρκετοί άνθρωποι, έτσι ώστε να εισπράττει περισσότερα. Εζησε από τον θάνατο».