ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τρεις ξεχασμένες ελληνικές οπερέτες περιλαμβάνουν οι φετινές «Ημέρες Μουσικού Θεάτρου» που προτείνει η Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ. Πρώτη από αυτές ήταν η περίφημη «Σατανερί» σε μουσική και κείμενο Θεόφραστου Σακελλαρίδη (1883-1950).

Γραμμένη το 1930, την επαύριον της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1929, η ανελέητη «σατιρική φαντασμαγορία» προκρίνει την υπεροχή της Κόλασης έναντι του Παραδείσου, επιλέγοντας κυνικά τα οφέλη της αγοραίας ανηθικότητας (του πολλαπλά ταλαίπωρου Ελληνικού Mεσοπολέμου) έναντι της παραδοσιακής ηθικής˙ ό,τι συμβαίνει στο ακριβώς σύγχρονο αλλά διάσημο «Μαχαγκόνι» των Βάιλ/Μπρεχτ. Παρά την τεράστια επιτυχία, ελάχιστα αποσπάσματα της «Σατανερί» ξαναπαίχτηκαν μεταπολεμικά. Η πρώτη πλήρης μεταπολεμική αναβίωσή της έγινε από το Εργαστήριο Μουσικού Θεάτρου του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας στο Ρωμαϊκό Ωδείο Πάτρας το 2014, σε μεταγραφή και μουσική διεύθυνση Χαράλαμπου Γωγιού, σκηνοθεσία των Αλέξανδρου Ευκλείδη και Δημήτρη Δημόπουλου και με πρωταγωνιστή τον τενόρο Δημήτρη Ναλμπάντη.

Οι ίδιοι βασικοί συντελεστές καθόρισαν και το άρτιο, απόλυτα επιτυχημένο ανέβασμα της «Σατανερί» στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ (18/5/2019). Συμμετείχαν 15μελής διανομή μονωδών, το 16μελές γυναικείο φωνητικό σύνολο chórεs (Μαρίνα Σάτι/Ελένη Ποζατζίδου) και 18μελής ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του Χαράλαμπου Γωγιού. Σκηνικά και κοστούμια ήταν της Αλεξίας Θεοδωράκη, οι χορογραφίες του Φώτη Διαμαντόπουλου, oι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα.

Σκηνοθεσία και σκηνική εικόνα κινήθηκαν στο πεδίο των δεδομένων συμβάσεων της ελληνικής οπερέτας, αντιμετωπίζοντας το αυθεντικό υλικό με εμπιστοσύνη στο στίγμα και την απήχησή του, με τιμιότητα και ευθύτητα, ενώ εισήγαγαν ελάχιστες, εύστοχες εκσυγχρονιστικές σφήνες. Εικόνα και σκηνοθεσία απέδωσαν γλαφυρά τις αναφορές στον ιστορικό χρόνο: χειροκίνητο τηλεφωνικό κέντρο, έπιπλα, κοστούμια, «γκαγκ», ξεπερασμένη ηθικολογία εποχής, χρήση καθαρεύουσας κ.λπ. Με τη σύμπραξη μονωδών και χορωδών βγήκε άφθονο, αυθόρμητο γέλιο από το σημερινό ακροατήριο.

Στα μεγάλα «συν» της παράστασης ήταν, επίσης, η απουσία υπέρτιτλων και μικροφώνων. Απολαυστικός ως Ανδρέας ήταν ο Δημήτρης Ναλμπάντης, που κινήθηκε με άνεση, φυσικότητα και α λα Σαρλό σπιρτάδα στο πεδίο της οπερέτας. Θαυμάσια ως θηλυκός Σατανάς υπήρξε η υψίφωνος Μυρτώ Μποκολίνη: παγερά αισθησιακή, στιλιζαρισμένα εκμαυλιστική, φοβιστικά δεσποτική. Πολύ καλοί ήσαν γενικώς όλοι οι δευτεραγωνιστές και καρατερίστες κομπριμάριοι, θαυμάσια η συμμετοχή της γυναικείας χορωδίας (βαριεστημένο άγγελοι, «κίνκι» συνοδοί του Σατανά). Το διάρκειας άνω των δύο ωρών ακρόαμα κύλησε ανάλαφρα και ανεμπόδιστα, καθοριζόμενο από τη σεμνή, ωραία αποκατάσταση του μουσικού υλικού, τις δεδομένες φωνητικές δυνατότητες μονωδών και χορωδών και το επίπεδο ενέργειας που εμφύσησε ο αρχιμουσικός.

Ως μουσικό θέατρο, η «Σατανερί» ανήκει 100% στον τόπο και τις περιστάσεις που τη γέννησαν: προχωρημένος Μεσοπόλεμος, μετ’ εμποδίων και διαλείψεων εκσυγχρονισμός στη βαλκανική Ελλάδα της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Η ζωντανή παράσταση λειτούργησε ως απολαυστικό, ανεκτίμητα διδακτικό βιωματικό σεμινάριο κοινωνι(ολογι)κής αυτογνωσίας για τις συνήθειες, τα ήθη, τις πεποιθήσεις και τα μουσικά γούστα του λαϊκού (και όχι μόνον) κόσμου που κατέκλυζε τα θέατρα της προπολεμικής Αθήνας.