Ειδικό μουσικό και εξωμουσικό ενδιαφέρον είχε η παρακολούθηση της όπερας «Το έπος του Γκιλγκαμές/ Το πάθος του Ενκιντού» του Λιβανέζου συνθέτη Ζαντ Μούλτακα που παρουσιάστηκε στη Στέγη του Ωνασείου (19/4/2019). Γραμμένο το 2018 για οκτώ όργανα, ηλεκτρονικούς ήχους και βίντεο, το νέο έργο ήταν συμπαραγωγή της Στέγης του Ωνασείου με τους θεσμούς «Cité musicale-Metz» και «Mezwej», με την υποστήριξη της Περιφερειακής Διεύθυνσης Πολιτιστικών Υποθέσεων των περιοχών Κυανής Ακτής/Προβηγκίας/Αλπεων.
Ο συλλογικός θεσμός διαπολιτισμικών συνεργασιών «Mezwej» επενδύει στην εξεύρεση μιας αισθητικά και ιδεολογικά πειστικής δημιουργικής διεξόδου στη σημερινή μετεξέλιξη της αραβικής μουσικής μέσα στο έντονα αλληλεπιδραστικό περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης. Στα ζητούμενά του κεντρική θέση έχει ένα στίγμα πέραν του ευρωκεντρικής αντίληψης «εξωτικού», του «γραφικού» ή των ευκολιών της «world music».
Από το 2004, σε συνεργασία με διάφορους ευρωπαϊκούς θεσμούς ίδιων ή σχετικών στοχεύσεων, ο «Mezwej» έχει παραγάγει σειρά νέων έργων, στα οποία επιχειρείται μια καινούργια σύνθεση των μουσικών εμπειριών Ανατολής και Δύσης. Στην εκσυγχρονιστική αυτή δράση επιδιώκεται μια ώριμη, μαχητικά διεκδικούμενη εγγραφή του αραβόφωνου κόσμου της Εγγύς και Μέσης Ανατολής στο σημερινό μουσικό γίγνεσθαι με όρους ισοτιμίας. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι αυτό συντελείται χρησιμοποιώντας ως ρίζωση αρχαίες ιστορικές αναφορές, άλλοτε ευρωπαϊκές (Αισχύλος, Προμηθέας) και άλλοτε της Μέσης Ανατολής (Γκιλγκαμές) καθώς επίσης σύγχρονα ακούσματα.
Ενα από τα σημαντικότερα και παλαιότερα σωζόμενα λογοτεχνικά κείμενα, το «Επος του Γκιλγκαμές» συντέθηκε στη Μεσοποταμία σε διαδοχικές φάσεις/εκδοχές (2100-1800 π.Χ.) και ανακαλύφθηκε καταγραμμένο σε πήλινες πινακίδες σφηνοειδούς γραφής, με σημαντικότερες αυτές της βιβλιοθήκης του Ασουρμπανιπάλ, στη Νινευί (1853). Παλαιότερα το περιεχόμενό του είχε θεωρηθεί αμιγώς μυθολογικό, ενώ είχαν αναγνωριστεί και επιδράσεις του σε άλλα, μείζονα έπη του αρχαίου κόσμου· σήμερα με βάση ευρήματα πρόσφατων αρχαιολογικών ερευνών πιστεύεται ότι οι αφηγήσεις του διαθέτουν ιστορικό πυρήνα.
Ως «σύγχρονη όπερα για μουσικούς και βίντεο» το «Επος του Γκιλγκαμές/Το πάθος του Ενκιντού» του Μούλτακα πρωτοπαρουσιάστηκε στο Μετς της Γαλλίας, στις 30/11/2018. Στην Αθήνα το ερμήνευσε οκταμελές σύνολο με ανατολίτικα παραδοσιακά και μεσαιωνικά όργανα, αποτελούμενο από έξι Ελληνες (Σινόπουλος, Βούλγαρης, Λαμπράκης, Δορμπαράκης, Πασχαλίδης, Λινός) και δύο ξένους (Κλάουντι Μπετινέλι, Κριστίνα Πλουμπό) υπό τον 52χρονο Μούλτακα.
Αυτό που ακούσαμε και είδαμε στη Στέγη του Ωνασείου ήταν μια μουσική παράσταση με ελάχιστο, τελείως αφαιρετικό οπτικό μέρος, αποτελούμενο από χρωματικά εναλλασσόμενους φωτισμούς και παρατακτική προβολή σε γιγαντοοθόνη των μεταφρασμένων στίχων του σωζόμενου κειμένου, όπου τα υπάρχοντα κενά αφήνονταν ασυμπλήρωτα εντός κενών αγκυλών όπως στις αρχαιολογικές δημοσιεύσεις. Μόνον προς το τέλος το κείμενο προσέλαβε εικαστική διάσταση πυκνώνοντας βαθμιαία ώσπου η οθόνη άσπρισε ολότελα.
Το ακρόαμα βασίστηκε κυρίως στον ενόργανο, ενίοτε ηλεκτρονικά μεταμορφωμένο ήχο, με λιγοστούς μόνο κορυφωματικούς θύλακες φωνητικής απαγγελίας του πρωτότυπου κειμένου από τους μουσικούς. Η ακρόαση υπέβαλε την αίσθηση μιας καινοφανούς αλλά λειτουργικής μουσικής δραματουργίας με αναγνωρίσιμα υβριδικές καταβολές, στην οποία συναντιούνταν και συγχωνεύονταν βαθιά επεξεργασμένα εξωευρωπαϊκά/ανατολίτικα και ευρωπαϊκά ακούσματα.
Αλλοτε θύμιζε –δίχως να αντιγράφει– έργα του Ολιβιέ Μεσιάν, του Πιερ Ανρί ή του Γιάννη Χρήστου, άλλοτε μουσική για αρχαία τραγωδία, άλλοτε βαρύ, πένθιμο ταξίμι, άλλοτε έρρεπε προς γιαπωνέζικη τελετουργική μουσική. Τη συνοχή εξασφάλιζαν το συχνά ρυθμικό παίξιμο των εγχόρδων, αλλά και η προφανής περιοδικότητα και αρχαϊκή επαναληπτικότητα της απαγγελίας συνθέτοντας τελικά την εμπειρία ενός κατατονικού, εκτός φυσικού χρόνου, εσωτερικού ταξιδιού.
Ανάλογα με τη μουσική παιδεία και τις δικές του εθνικές καταβολές ο ακροατής είτε ξεστράτιζε σε ελεύθερες ονειροπολήσεις, είτε επιδιδόταν σε στοχαστικές ψυχολογικές διερωτήσεις για το νόημα του κειμένου, αφήνοντας να (παρα)συρθεί στις περιγραφόμενες καταστάσεις, ή απλώς ατένιζε θαυμαστικά την αν(απαρ)άσταση του πανάρχαιου μεσοποταμιακού έπους. Σε κάθε περίπτωση το όλον κάθε άλλο παρά στόχευσε ή εξαντλήθηκε στη μουσική «εικονογράφηση» του κειμένου: αντίθετα, με αφορμή το απόμακρο «αρχαιολογικό» θέμα και με εργαλείο το ξάφνιασμα της μουσικής γλώσσας, γεννούσε κατά την πρόσληψη σύγχρονα και βαθιά υπαρξιακά/φιλοσοφικά ερωτήματα.
