Η φυσιογνωμία του στρατηγού της Ελληνικής Επανάστασης Ιωάννη Μακρυγιάννη (1797-1864) ενέπνευσε τον Δημήτρη Μαραγκόπουλο να συνθέσει την όπερα «Οράματα και θάματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη». Το νέο έργο ήταν παραγγελία της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ και έκανε πρεμιέρα στις 5/4. Για τη δημιουργία του ο συνθέτης συνεργάστηκε με τον ποιητή Αλέκο Λούντζη.
Αντιφατική ιστορική προσωπικότητα, στη μετέπειτα επιδραστική ιδεολογική πρόσληψη της οποίας συνεισέφερε αποφασιστικά η λεγόμενη γενιά του ΄30, ο Μακρυγιάννης έγινε ίνδαλμα των νεωτεριστών αλλά και των συντηρητικών της ελληνικής διανόησης, είναι ο άνθρωπος που συνοψίζει τα κύρια –προνεωτερικά, μανιχαϊστικά, απέθαντα– χαρακτηριστικά της ψυχολογίας του Ελληνα. Ως έντιμος και ειλικρινής ήρωας συνιστά για πολλούς «ιδεατό παράδειγμα» της ελληνικής φυσιογνωμίας. Γι’ άλλους είναι «αρχέτυπο λαϊκισμού» και συμφεροντολόγου…
«Οράματα και θάματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη» στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ
Η εγχώρια πρόσληψη της μακρυγιαννικής κληρονομιάς –γραπτά, ιστορικά δεδομένα, μύθος– ήταν και παραμένει ανοιχτή, υπερθερμασμένη, αστάθμητη και ρευστή, επιδεικνύοντας εκπληκτικά ισχυρή αντίσταση στις απόπειρες αντικειμενικής ιστορικής θεώρησης. Ενθεν το ενδιαφέρον κάθε σύγχρονης προσέγγισής της μέσω της τέχνης.
Οχι τυχαία, επίσης, στην προκειμένη περίπτωση το ενδιαφέρον εντείνεται από το γεγονός ότι, μέσω του θέματος και του ήχου, ο συνθέτης (κατα)θέτει –όχι για πρώτη φορά– τη δική του πρόταση/λύση στο βασανιστικά αναπάντητο αίτημα εγγραφής της ελληνικότητας στο πεδίο της σοβαρής μουσικής. Στην πρεμιέρα παρέστησαν δύο υπουργοί της κυβέρνησης. Η παρουσίαση άφησε άνισες εντυπώσεις που οφείλονταν στη μουσική γραφή αλλά και στο ανέβασμα.
Συνάντηση «ελληνικού» και ηλεκτρονικού ήχου
Στην ταυτότητα της μουσικής δέσποζε η σύζευξη/συνάντηση του οικείου «ελληνικού» ψαλτικού και παραδοσιακού μέλους με τον «εξωτικό» ηλεκτρονικό ήχο (πλήκτρα, synthesizer). Το πρώτο χαρακτήριζε τη φωνητική γραφή και τη συνοδεία από τα παραδοσιακά όργανα (κρουστά, ούτι, κεμανές, νέι, τσίμπαλουμ), ενώ ο δεύτερος συνεισέφερε στη δημιουργία ενός συγκινησιακά φιλοξενούντος ambient, μετα-new age ηχητικού περιβάλλοντος.
Λόγω της δεσπόζουσας, ενδιάθετης στατικότητάς του αλλά και του ανεβάσματος με ελάχιστη σκηνική δράση, το όλο λειτούργησε περισσότερο ως σκηνική καντάτα παρά ως όπερα. Θα λέγαμε ότι ήταν μια ακολουθία από μουσικά tableaux vivants, η διαδοχή των οποίων έθετε σε κίνηση μέσω μεταπτώσεων διάθεσης τη ροή μιας τελετουργικά αργής δραματουργίας.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα ακρόαμα που υπηρετούσε ολόψυχα τον μύθο «Μακρυγιάννης»: συνέθετε πειστικά μια ψυχολογική κατάσταση παραληρηματικής μεταφυσικής εμπειρίας, διέγειρε άμεσα τη συγκίνηση και παρέπεμπε με μουσικά μέσα στο βαθύ «ελληνικό» ιδεολογικό πλαίσιο. Κατ’ ακολουθία, το σαφώς διαγεγραμμένο αυτό στίγμα (περι)όρισε το φάσμα και το πρόσημο της πρόσληψης του έργου ανάλογα με τις ιδεολογικές και μουσικοαισθητικές συμπάθειες κάθε ακροατή.
Εξαιρετικός Ζαχαρίας Καρούνης
Το θέαμα καθόρισαν τα ημιαφαιρετικά σκηνικά και κοστούμια του Γιώργου Βαφιά, οι υποβλητικοί φωτισμοί του Δημήτρη Κουτά, η χορογραφημένη κινησιολογία της Αγνής Παπαδέλη και η αφαιρετική/γεωμετρική σκηνοθεσία της Μαρίας Γυπαράκη. Το όλο πρόβαλε νοηματικά μάλλον αναποφάσιστο μεταξύ υπερβολικής αφαίρεσης και ιστορικής αναφοράς. Είμαι ο τελευταίος που θα υποστηρίξει πως κάθε έργο πρέπει να ανεβαίνει εικονογραφημένο κυριολεκτικά στην εποχή όπου διαδραματίζεται.
Ωστόσο σε ένα τέτοιο θέμα η στόχευση της σκηνικής εικόνας οφείλει να είναι απολύτως σαφής: είτε παραπέμπει πιστά στην πρωτογενή καταβολή (Μακρυγιάννης, Επανάσταση, Αθήνα κ.λπ.) επιστρατεύοντας πιστ(ικ)ές σπαραγματικές εικαστικές αναφορές που συμπαρασύρουν συγκινήσεις, είτε επισημαίνει το τι σημαίνει το θέμα για μας σήμερα, οπτικοποιώντας εικαστικά τις αποστάσεις και τις διαθλάσεις που (δια)μεσολαβούν.
Ενδεικτικά και μόνον: ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ως χίπης με μαλλιά ράστα ξένισε μάλλον παρά έπεισε ως οραματικός συνομιλητής του Μακρυγιάννη, η απόδοση του νεκρού γιου του Μακρυγιάννη ως παιδιού που κρατούσε μπαλόνι πρόβαλε απλώς αστεία, η σκηνή/ανάμνηση της πολιορκίας της Ακρόπολης ήταν εικαστικά υπερβολικά αβαρής… Εκφραση αμφιθυμίας και αμηχανίας να αντιμετωπιστεί το ιστορικό υλικό κατά μέτωπο αλλά μόνον ως ενεργός μύθος; Σίγουρα όλο αυτό δεν είναι εύκολο και το έδαφος εδώ είναι ολισθηρό…
Εξαιρετικός ως Μακρυγιάννης υπήρξε φωνητικά, εκφραστικά και σκηνικά ο Ζαχαρίας Καρούνης, καλοί οι υπόλοιποι μονωδοί (Φόρτη, Μποκολίνη, Παπαδημητρίου, Κοτενίδης, Μπαρκαγιάννη, Δήμου, Κεχρής), καλή η Χορωδία του Δήμου Αθηναίων, αληθινό κέντημα η ευαίσθητη, τέλεια προσεγμένη διεύθυνση του οκταμελούς ενόργανου συνόλου από τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο.
