ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τελευταία φορά που παρουσιάστηκαν οι «Γάμοι του Φίγκαρο» στην ΕΛΣ ήταν το 2005-06, στο θέατρο «Ολύμπια». Η νέα παραγωγή σε διπλή διανομή, που έκανε πρεμιέρα την τελευταία εβδομάδα του Μαρτίου, κινήθηκε σε τελείως διαφορετικό στίγμα από τις λίγο ώς πολύ παραδοσιακές που είχαμε δει μέχρι τώρα. Αν και μουσικά έκδηλα άνιση, η παράσταση άφησε άριστες εντυπώσεις σε επίπεδο σκηνοθεσίας (27/3/2019).

Ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Ευκλείδης και η συνεργάτριά του Αγγέλα Σαρόγλου πήραν συνειδητά τις μέγιστες αποστάσεις από το ιστορικό πλαίσιο του έργου και πρότειναν μια παραγωγή απευθυνόμενη σε θεατές χωρίς προηγούμενη επαφή με την όπερα. Από το κοινωνικά και ιδεολογικά εύφλεκτο περιβάλλον των παραμονών της Γαλλικής Επανάστασης, σκηνική εικόνα και δράση του έργου των Ντα Πόντε/Μπομαρσέ/Μότσαρτ, μεταφέρθηκαν στη δεκαετία 1960-70, πεδίο οριστικής κατάλυσης των παλιών κοινωνικών ηθών και υποτιθέμενης απελευθέρωσης των ερωτικών σχέσεων.

Η μετακίνηση από τη λεγόμενη «αισθητική της δαντέλας» και τον κόσμο των «Επικίνδυνων σχέσεων» του Λακλός στον πολύχρωμο κόσμο των Beatles -και της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου- φυσικά δεν αναίρεσε τις ανθεκτικές αιχμές και τις ταξικές αναφορές του αριστουργηματικού μοτσάρτειου έργου.

Απογειωτικά ζωντανή σκηνοθεσία

Στηριγμένη τέλεια από το θαυμάσιο σκηνικό του Γιάννη Κατρανίτσα (επτά διαδοχικά, κυλιόμενα δωμάτια, επιπλωμένα με επιθετικά κιτσάτη αισθητική 60’s), τα έξοχα κοστούμια ίδιας εποχής της Ιωάννας Τσάμη και τους λεπτοδουλεμένους φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα, η σκηνοθεσία έρρευσε τέλεια, δίχως χάσματα ή ανισορροπίες.

«Η τρελή μέρα» αποδόθηκε ιδανικά μέσα από αναρίθμητα, λεπτομερώς σκηνοθετημένα σπαρταριστά γκαγκ, κυρίως, όμως, με το αεικίνητο έμπα-έβγα στα δωμάτια (κρεβατοκάμαρες, γραφεία, WC, κουζίνα, καθιστικό) που -ταυτόχρονα- χαρτογραφούσε γλαφυρά κοινωνικές σχέσεις/συσχετισμούς: εγγύτητες και αποστάσεις, διάτρητα και στεγανά διαχωριστικά, επιβολές και υπεκφυγές στον άξονα του φύλου και της κοινωνικής ιεραρχίας.

Με όχημα μια αβάσταχτη ελαφρότητα που επικάλυπτε διάφανα όσα μείζονα διακυβεύονταν, η δράση χορογραφήθηκε με ακρίβεια, πλαισιούμενη και επινοηματοδοτούμενη διακριτικά από παράπλευρες εφευρεμένες υπο-δράσεις: υπηρέτες και υπηρέτριες που συμμάζευαν τα ασυμμάζευτα των αφεντικών, κρυφάκουγαν, σχολίαζαν σιωπηρά, αντιδρούσαν, δίχως όμως να αποσπούν τη συγκέντρωση του θεατή από την κύρια δράση.

Εξαιρετικά λειτούργησε και η μεταφορά του συνεχούς βάσιμου (basso continuo) επί σκηνής, που «εκμοντέρνισε» τη συνοδεία των πεζών διαλόγων: ένας καημένος «κουρδιστής», που φρόντιζε τα πιάνα στο αρχοντικό των Αλμαβίβα, βρισκόταν αθέλητα μάρτυρας διαφόρων σκηνών συνοδεύοντάς τες ενώ (υποτίθεται) δοκίμαζε την ορθοτονία των οργάνων.

Αδύναμο ακρόαμα σε ένα δυνατό έργο;

Το ακρόαμα είχε πρόβλημα. Την παράσταση διηύθυνε ο Κύπριος πιανίστας/αρχιμουσικός Μάριος Παπαδόπουλος, ιδρυτής και διευθυντής της Ορχήστρας Philomusica της Οξφόρδης, διάσημος ως ερμηνευτής πιανιστικών έργων των κλασικών και ρομαντικών. Παρ’ όλα αυτά, η διεύθυνσή του ήχησε άνευρη, αργή, αμήχανη, συχνά ασυντόνιστη προς τους μονωδούς και επιπλέον καταφανώς εκτός του πεδίου τής σήμερα πλέον δόκιμης ιστορικής ερμηνευτικής.

Στο συγκεκριμένο έργο, όπου η μουσική δεν αποτελεί υπόκρουση, αλλά συνομιλεί με τους μονωδούς και υπογραμμίζει τον χαρακτήρα όσων λένε, παρόμοια προσέγγιση αποβαίνει ολέθρια… Είτε μας αρέσει είτε όχι, Μότσαρτ άτεχνος ή έστω μέτριος σήμερα δεν νοείται.

Ούτε η διανομή ήταν ισορροπημένη. Φωνητικά και σκηνικά γενικώς καλά ανταποκρίθηκαν στους ρόλους τους ο ακμαίος βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης ως αδίσταχτος γυναικοκυνηγός Κόμης Αλμαβίβα και η υψίφωνος Μυρσίνη Μαργαρίτη ως ώριμη, απογοητευμένη Κόμισσα Αλμαβίβα.

Ομως, παρ’ ότι σκηνικά ακολούθησαν όλα όσα τους ζήτησε η σκηνοθεσία, όλοι οι υπόλοιποι -ως προς τις απαιτήσεις των συγκεκριμένων ρόλων κλιμακωτά- ήχησαν από απλώς καλοί έως ανεπαρκείς, κυρίως όσον αφορά τα φωνητικά μεγέθη και την ποιότητα του τραγουδιού, ενώ η συνεισφορά τους δεν συνέθεσε ένα ακρόαμα σφαιρικά ισορροπημένο αισθητικά, στιλιστικά, μουσικά.

Αυτό ίσχυσε για τη Χρύσα Μαλιαμάνη (Σουζάνα), τον Γιάννη Σελητσανιώτη (Φίγκαρο), τη Μιράντα Μακρινιώτη (Κερουμπίνο), τη Δέσποινα Σκαρλάτου (Μαρτσελίνα). Ηπιότερα -καθ’ ότι λιγότερο σημαντικά- ήταν τα πράγματα για τους υπόλοιπους.

Συνολικά, έλειψε ο συνδυασμός στιλιστικής κομψότητας, αιχμηρότητας και ελαφράδας που θα απογείωνε το ακρόαμα. Στο «Ολύμπια» το όλο θα έπασχε λιγότερο φανερά˙ στη μεγάλη αίθουσα της σημερινής, ακριβοπληρωμένης στέγης της ΕΛΣ όμως, οι απαιτήσεις είναι διαφορετικές και αμείλικτες.