Στις 19 Σεπτεμβρίου του 1949, ένα μήνα μετά το επίσημο τέλος του Εμφυλίου, πέθανε ο Νίκος Σκαλκώτας. Hταν μόλις 45 ετών. Τα τελευταία 16 χρόνια είχε ζήσει περίπου αφανής στην Αθήνα του ύστερου Μεσοπολέμου και της Κατοχής. Ο πρόωρος θάνατός του, μαζί με τον όμοια πρόωρο χαμό του Γιάννη Χρήστου το 1970 στέρησαν την ελληνική μουσική από ένα μέλλον -δυνάμει- διαφορετικό και καλύτερο.
Ο Σκαλκώτας γεννήθηκε το 1904, σχεδόν ταυτόχρονα με τον Σοστακόβιτς, στην επαρχιακή Χαλκίδα της Ελλάδας της μπελ επόκ και του Παπαδιαμάντη. Την ίδια εποχή γράφονταν η «Μαντάμα Μπάτερφλαϊ», η «6η Συμφωνία» του Μάλερ, η «Σαλώμη» του Στράους, «Η εύθυμη χήρα» του Λέχαρ, ενώ το Ελληνικό Μελόδραμα του δραστήριου Διονύση Λαυράγκα μεσουρανούσε και ο πολύς Μανώλης Καλομοίρης ξεκινούσε τη σταδιοδρομία του ως συνθέτης και δάσκαλος στο Χάρκοβο της τσαρικής Ρωσίας. Αφού έκανε βασικές σπουδές βιολιού στην γενέτειρά του και στην Αθήνα, το 1921 ο 17χρονος Σκαλκώτας ταξίδεψε με υποτροφία στο Βερολίνο.
Στην κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα της βραχύβιας Δημοκρατίας της Βαϊμάρης σπούδασε σύνθεση κοντά στους Βάιλ, Γιάρναχ και Σένμπεργκ. Με την άνοδο του Χίτλερ το 1933, γύρισε στην Αθήνα, όπου έζησε άσημος, αναμενόμενα περιθωριοποιημένος από το αντιμοντερνιστικό, εγχώριο μουσικό κατεστημένο της Εθνικής Σχολής, συνθέτοντας έργα που, εκτός ελαχίστων, ουδέποτε παίχτηκαν. Πεθαίνοντας άφησε ένα σώμα περίπου 170 συνθέσεων γραμμένων σε νεοκλασική, τονική και δικής του επινόησης δωδεκαφωνική γραφή.
Ιδωμένη στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μουσικού πολιτισμού, όπου καταφανώς εντάσσεται, η πολυσχιδής, πρωτότυπη δημιουργία του Σκαλκώτα -συμφωνικά έργα, χοροδράματα, κοντσέρτα, μουσική δωματίου- συνιστά ιδιαίτερη περίπτωση καθώς ξεβολεύει ενοχλητικά τις παγιωμένες πεποιθήσεις περί εξελιγμένου κέντρου και καθυστερημένης περιφέρειας.
Από την νοτιοβαλκανική Ελλάδα του Βενιζέλου και της κυρίαρχης καλομοιρικής Εθνικής Σχολής, ο νεαρός Χαλκιδαίος μετακινείται στο μεσοπολεμικό Βερολίνο, κέντρο της κεντροευρωπαϊκής μουσικής πρωτοπορίας της εποχής. Ιδιοφυέστατος, προικισμένος, παραγωγικότατος, ξένος προς ιδεολογικές προσκολλήσεις/στρατεύσεις, ανοιχτός σε προσλήψεις, αφομοιώνει αχόρταγα όλα όσα έχουν να τού προσφέρουν οι απαιτητικές σπουδές και η γεμάτη δυνατές εμπειρίες δύσκολη ζωή στο κοσμοπολίτικο Βερολίνο.
Ολα αυτά τα συνθέτει οργανικά σε μια γραφή που κατά περιόδους -ή και ταυτόχρονα!- συνδυάζει αριστοτεχνικά τις όψεις ενός εξπρεσιονιστικής αιχμηρότητας και αυστηρότητας μοντερνισμού, τα άναρχα ακούσματα χρηστικής μουσικής του μεσοπολέμου, νεοκλασική διαφάνεια και δομική σαφήνεια, παλίμψηστες λυρικές μνήμες ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. Στην Ελλάδα η μνήμη και η μουσική του παγιδεύτηκαν μοιραία σε μια αδιέξοδη απώθηση που οφείλεται στο επίπεδο και τις τροπές της μεταπολεμικής πολιτιστικής ζωής.
Την κατάσταση χειροτέρεψε και η επί μακρόν στρεβλωτική μονοπώληση της διαχείρισης της σκαλκωτικής κληρονομιάς από τον «μουσικογράφο» Γιάννη Γ. Παπαϊωάννου (1915-2000), που ανήγαγε ετεροχρονισμένα τον νεκρό Σκαλκώτα σε «μπροστάρη» του ελληνικού μουσικού μοντερνισμού. Σήμερα από το έργο του Σκαλκώτα ο μέσος Ελληνας πιθανόν να αναγνωρίζει δύο από τους «36 Ελληνικούς χορούς»: αν είναι άνω των 60 τον «Χωστιανό» ως υπόκρουση στα κινηματογραφικά «Επίκαιρα» της χούντας, αν είναι νεότερος τον «Κλέφτικο» ως σήμα εκπομπής με αφιερώσεις τραγουδιών για φαντάρους…
Ως εκεί. Αν η μουσική του ξενίζει τους περισσότερους συμπατριώτες μας είναι διότι, αντίθετα προς τις εγχώριες ιδεολογικές πεποιθήσεις και τις αισθητικά ανεξέλικτες προσδοκίες, συνομιλεί άφοβα, δίχως αποκλεισμούς με τον διεθνή μοντερνισμό, τον δαμάζει, τον οικειοποιείται και προσχωρεί σε αυτόν˙ περνά δίχως δεύτερη σκέψη από την άλλη μεριά του φοβικού φράχτη που χωρίζει -όπως ανέκαθεν χώριζε- την Ελλάδα από τη Δύση. Μας κολακεύει που αναγνωρίζεται και θεωρείται σημαντικός στη Δύση, ωστόσο το έργο του εκτείνεται πολύ πέρα απ’ ό,τι αντέχει να κατανοήσει και να προσλάβει ο μέσος Ελληνας φιλόμουσος.
