Η αυστριακή ορχήστρα δωματίου «Wiener Concert-Verein» («Βιεννέζικος Σύλλογος/Ενωση Συναυλιών») ιδρύθηκε το 1987 από μέλη της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βιέννης και αποδίδει ρεπερτόριο που εκτείνεται από τους Βιεννέζους κλασικούς του ώριμου 18ου αιώνα έως το παρόν.
Στις 17/3/2019 την απολαύσαμε στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής υπό τον καλλιτεχνικό διευθυντή του θεσμού, αρχιμουσικό Μίλτο Λογιάδη. Μάλλον καθ’ υπερβολήν, η εκδήλωση ήταν εντεταγμένη στον κύκλο «Μεγάλες ορχήστρες/Μεγάλοι ερμηνευτές». Συναυλία με ίδιους ακριβώς συντελεστές και πρόγραμμα είχε προηγηθεί στις 16/3, στη Βιέννη. Η συναυλία στην κατάμεστη αίθουσα πραγματοποιήθηκε με χορηγία της οικογένειας της Καίτης Κυριακοπούλου.
«Wiener Concert-Verein» – Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Στο ακρόαμα κυριάρχησε γενικώς η ποιότητα ήχου του αυστριακού συνόλου: αβίαστο, αδιάλειπτα προσηλωμένο, ευγενές παίξιμο, άψογα συντονισμένα έγχορδα, αψεγάδιαστη ορθοτονία, ακριβής και εύπλαστη φραστική, ωραία πνευστά.
Η συναυλία ξεκίνησε με την τετραμερή «Συμφωνία αρ. 39, Θαλασσινή καταιγίδα» του Χάιντν και ολοκληρώθηκε με τη δημοφιλέστατη, επίσης τετραμερή «Συμφωνία αρ. 40» του Μότσαρτ, αμφότερες των οποίων διηύθυνε ο Μίλτος Λογιάδης νηφάλια, με τάξη, ακρίβεια και φροντίδα για την ανάδειξη του συντακτικού της μουσικής γραφής˙ λίγο εντονότερη αιχμηρότητα στη φραστική και επιλεκτικός τονισμός του ρυθμικού υπόβαθρου και της παραγραφοποίησης του μουσικού ειρμού σίγουρα θα αναδείκνυαν πιο γλαφυρά τα χαρακτηριστικά εκείνα που προσδίδουν στις μουσικές αυτής της εποχής το ιδιαίτερο ενδιαφέρον και την ξεχωριστή στιλιστική τους σαγήνη.
Ενδιάμεσα ο Γερμανοκορεάτης Κρίστοφερ Παρκ έπαιξε το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2» του Σοπέν στην εκδοχή για πιάνο και ορχήστρα εγχόρδων και τη (μάλλον όχι άδικα) σπανίως παρουσιαζόμενη σύνθεση «Νεαρός Απόλλων» (1939) για πιάνο, κουαρτέτο εγχόρδων και ορχήστρα εγχόρδων, του Μπρίτεν.
Στο αριστουργηματικό σοπενικό κοντσέρτο, ο πολυβραβευμένος 31χρονος πιανίστας καθήλωσε το κοινό με αναγνώσεις τις οποίες δέσποσε αδιαπραγμάτευτα η μαγεία του ρευστού ξετυλίγματος της α λα μπελκάντο μελωδικής φραστικής, η κρυστάλλινη καθαρότητα της άρθρωσης, το τεράστιο, εκπληκτικά ελεγχόμενο εύρος δυναμικής –από αιθέρια αγγίγματα των πλήκτρων μέχρι τρομακτικά βροντερά!-, ο ψαγμένος, μουσικά διεγερτικός τονισμός φανερού και υποδόριου ρυθμικού στοιχείου.
Παρά τον αναπόδραστο –τρόπον τινά- υποσκελισμό της ορχήστρας, από την οποία έλειπαν κρουστά και πνευστά, και τους καλαίσθητους εκφραστικούς μανιερισμούς που κρατούσαν αδιάλειπτα το ενδιαφέρον στο σολιστικό όργανο, ο ειρμός του παιξίματος υπήρξε εξαιρετικός, δίχως χάσματα.
