Στο πρώτο αθηναϊκό ανέβασμά της τραγούδησαν τον επώνυμο ρόλο οι Χριστίνα Πουλίτση και Βασιλική Καραγιάννη, πλαισιωμένες από μετακληθέντες άνδρες συμπρωταγωνιστές. Οι ίδιες πρωταγωνιστούν και στη φετινή αναβίωση αλλά αναμενόμενα με αντίστροφη σειρά. Αυτή τη φορά τις Ελληνίδες μονωδούς πλαισίωσε εγχώρια διανομή (Χριστογιαννόπουλος/Πατσαλίδης, Χριστόπουλος, Καλύβας/Στεφάνου, Αποστόλου κ.ά.).
Παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα της αναβίωσης στις 24.2.2019. Στην οικονομία των εντυπώσεων κυριάρχησαν –και πάλι– αδιαπραγμάτευτα η ποιότητα, η δύναμη, η δριμύτητα της σκηνοθεσίας. Η 59χρονη Μίτσελ αφηγήθηκε αριστοτεχνικά την τραγική ιστορία της νύφης των Λαμερμούρ, υπομνηματίζοντας σκηνικά τις δεδομένες ιστορικές οπτικές των δημιουργών της όπερας στον πρώιμο 19ο αιώνα –Σκοτ, Καμαράνο, Ντονιτσέτι– με σύγχρονους τολμηρούς επισχολιασμούς, δοσμένους με αιχμηρά φεμινιστική οπτική. Μοναδικό «μάθημα» χειρισμού ιστορικού υλικού υπήρξαν τα θαυμάσια σκηνικά και κοστούμια εποχής της Βίκι Μόρτιμερ, οι υποβλητικοί θεατρικοί φωτισμοί του Τζον Κλαρκ και η λεπτομερώς χορογραφημένη κινησιολογία του Τζόζεφ Αλφορντ.
Μουσικά η παράσταση ήταν καλή με καταφανώς ξεχωριστές θετικές συνεισφορές αλλά και με τοπικές –και εύλογες– επιφυλάξεις, αναμενόμενες για ένα έργο τόσο δύσκολο και το οποίο είχε απουσιάσει από την ΕΛΣ για περίπου 40 χρόνια. Από κάθε άποψη άριστος υπήρξε ο Ενρίκο του Τάση Χριστογιαννόπουλου: φωνητικά καλοτραγουδισμένος και ευγενής, καλαίσθητος, θεατρικά πειστικός, στιλιστικά εύστοχος. Πολύ καλή, επίσης, ήταν η Λουτσία της Βασιλικής Καραγιάννη: ακριβής, ηδύφωνη, καλαίσθητη και αφειδώλευτα φροντισμένη και εύστοχη στις κρίσιμες δεξιοτεχνικές παραγράφους. Ας εξηγήσουν –αν μπορούν– προηγούμενοι καλλιτεχνικοί διευθυντές της ΕΛΣ γιατί δεν την είχαν αξιοποιήσει μέχρι χθες ανεβάζοντας αυτό το έργο…
Επιβλητική, όπως πάντα, ήταν η παρουσία του Τάσου Αποστόλου (Ραϊμόντο). Καλές ήταν οι επιδόσεις της ορχήστρας και της χορωδίας της ΕΛΣ. Σφιχτή, ακριβής και αυστηρή, η διεύθυνση του Γάλλου αρχιμουσικού Πιερ Ντιμουσό εξασφάλισε τον συντονισμό και τη συνοχή του ακροάματος. Εξαιρετική παράσταση μιας όπερας από τον βαθύ πυρήνα του ρεπερτορίου, την οποία αξίζει να δει –και να ξαναδεί– κάθε φίλος της όπερας!
