ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με αφορμή τη φετινή συμπλήρωση 70 χρόνων από τον θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα (1904-1949) το κρατικό Μέγαρο Μουσικής, ο Σύλλογος «Οι Φίλοι της Μουσικής», η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και η Ενωση Ελλήνων Μουσουργών ανακοίνωσαν τις προάλλες ότι θα συνδιοργανώσουν δεκάδες εκδηλώσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του 2019.

Ταυτόχρονα προς την επίσημη ανακοίνωση του προγράμματος στις 10/1/2019 στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» παρουσιάστηκαν σπάνια τεκμήρια για τη ζωή και το έργο του Χαλκιδαίου συνθέτη από το εκεί φυλασσόμενο Αρχείο Νίκου Σκαλκώτα. Πρώτη εκδήλωση, με τίτλο «Σκαλκώτας, Μητρόπουλος, Τσοντάκης: Τρεις μεγάλοι Ελληνες συνθέτες», ήταν η συναυλία της ΚΟΑ υπό τον Αμερικανό αρχιμουσικό Λέον Μπότσταϊν, που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα και περιλάμβανε έργα Μητρόπουλου, Σκαλκώτα, Τσοντάκη και Ρίχαρντ Στράους.

Πολλαπλή ήταν η αστοχία στον τίτλο και στην υποτιθέμενα θεματική –εθνική & μοντερνιστικής στόχευσης– σύνθεση του προγράμματος: ούτε ως «μεγάλοι» συνθέτες μπορούν να λογιστούν Μητρόπουλος και Τσοντάκης, ούτε ως Ελληνας δημιουργός ο πολυβραβευμένος Αμερικανός Γιώργος Τσοντάκης, ούτε ταίριαζε δίπλα στους διαφορετικών εποχών «μοντέρνους» ο απόλυτα συντηρητικός Ρίχαρντ Στράους…

Επίσης, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι κάτι στραβό, κάπως ανειλικρινές κρύβεται στο γεγονός ότι δημόσιοι ή/και ιδιωτικοί μουσικοί κύκλοι αποπειρώνται κατά καιρούς να προβάλουν την κληρονομιά και τη μνήμη του Σκαλκώτα και του Μητρόπουλου ως εθνικούς θησαυρούς που (θα έπρεπε να) μας καθιστούν υπερήφανους, όταν από τη μουσική μας ζωή απουσιάζουν ουσιαστικώς ολοκληρωτικά η παρουσίαση, η πρόσληψη και η αποδοχή ολόκληρου του τεράστιου κεφαλαίου που είναι ο μουσικός μοντερνισμός του 20ού αιώνα.

Δίχως να πάψουν να είναι Ελληνες, Μητρόπουλος και Σκαλκώτας, καθένας με τον τρόπο του, γεφύρωσαν για προσωπικό τους λογαριασμό το χάσμα πολιτιστικής και αισθητικής εξέλιξης και ιδεολογίας που χώριζε την Ελλάδα από την Ευρώπη του μεσοπολέμου, ενώθηκαν με το (μουσικό) πνεύμα των καιρών τους και προσχώρησαν με αδιαπραγμάτευτη τόλμη στο μεγάλο ρεύμα της δυτικής μουσικής ζωής ιππεύοντας εμπνευσμένα το κύμα των (μουσικών) εξελίξεων.

Η δημιουργία τους άπτεται απολύτως της ουσίας και ο μόνος τρόπος να αποδειχτούμε άξιοι κληρονόμοι τους είναι να γίνουμε κοινωνοί αυτών στα οποία εκείνοι επένδυσαν και κατέλειπαν. Ομως, στην Τέχνη τα πράγματα δεν είναι στεγανά! Συνεπώς φαίνεται κάπως παράξενο να θυμόμαστε κατά καιρούς να παίζουμε τον Σκαλκώτα, έχοντας αξίωση ν’ αρέσει κιόλας, όταν –πλην ελαχίστων εμφανών εξαιρέσεων– ουδέποτε ή σπανιότατα μόνον παίζονται οι πολλοί και άξιοι, στενοί ή μακρινοί, επώνυμοι σύγχρονοί του: Χίντεμιτ, Στραβίνσκι, Μπάρτοκ, Προκόφιεφ, Σρέκερ, Β΄ Σχολή της Βιέννης, Νίλσεν, Μαρτινού κ.ο.κ…

Η συναυλία ήταν ενδιαφέρουσα αλλά μέτρια, κυρίως λόγω της γενικώς αδιάφορης επίπεδης διεύθυνσης. Το σκυθρωπό, αγέλαστο «Κοντσέρτο γκρόσο» (1928) του Μητρόπουλου ασφαλώς αναδείχτηκε από το συντονισμένο, τονικά ασφαλές, συμπαγές παίξιμο των εγχόρδων της ΚΟΑ. Ομως ο Μπότσταϊν ελάχιστα φρόντισε να υποστηρίξει με τις δέουσες υπογραμμίσεις την οριζόντια οργάνωση της φραστικής με αποτέλεσμα μια μουσική ροή αδιάρθρωτη, ενώ και η καταληκτική φούγκα έπασχε φανερά από έλλειψη διαφάνειας. Ενδιαφέρον και απολαυστικό από κάθε άποψη –παρά τις μείζονες φανερές αναφορές/καταβολές σε Μεσσιάν και Τζον Ανταμς– ήταν το «Κοντσέρτο για βιολί αρ.2» (2003) του Γιώργου Τσοντάκη.

Δοσμένο με διάφανη, γεμάτη ιριδίζοντα ηχοχρώματα ενορχήστρωση και με μια σαγηνευτικά ρευστή, αισθησιακή γραφή για το βιολί, που διαλεγόταν αριστοτεχνικά και ανάλαφρα ως ίσο-μεταξύ-ίσων με την ορχήστρα, ήχησε αβίαστα και ηδονικά. Αντικαθιστώντας τον σολίστα που αναφερόταν στο έντυπο πρόγραμμα, το έπαιξε άριστα –με ευγένεια, φινέτσα και άνεση- ο κορυφαίος Ελληνας βιολιστής και ιδανικός ερμηνευτής κοντσέρτων του 20ού αιώνα, Αντώνης Σουσάμογλου. Δυστυχώς ουδείς εκ των διοργανωτών έκρινε σκόπιμο να αναγγείλει αλλαγή…

Μέτρια, συλλαβιστά, επίπεδα, άτολμα και αδιάφορα, δόθηκε η επιλογή των πέντε Ελληνικών Χορών («Πελοποννησιακός», «Ηπειρώτικος Ι», «Ηπειρώτικος ΙΙ», «Χωστιανός», «Κλέφτικος»), που περιορίστηκε περίπου σε αυτούς που είχε ηχογραφήσει ο Μητρόπουλος παλαιότερα στις ΗΠΑ. Η συναυλία ολοκληρώθηκε με την πληθωρική συμφωνική Σουίτα από την όπερα «Ο ιππότης με το ρόδο» (1911) του Ρίχαρντ Στράους, την οποία έφτιαξε το 1944 ο Πολωνός αρχιμουσικός Αρθουρ Ροτζίνσκι. Η διαδοχή από φασαριόζικα επεισόδια, λικνιστικά βαλς και άκρως αισθησιακές στιγμές λυρικής έξαρσης δόθηκε με τη δέουσα ακρίβεια, εμπλουτισμένη με εξαιρετικές συνεισφορές από τους σολίστες πνευστών της ΚΟΑ, αλλά, και πάλι, έπασχε από αδιάφορη διάπλαση της φραστικής.