Την Παρασκευή 7/12/2018 η ΚΟΑ υπό τον Φρανκ Μπέερμαν έδωσε στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής μια πολύ καλή αν και άνιση συναυλία. Η εντυπωσιακά κατάμεστη αίθουσα έδειξε ότι, τελικά, το ρεπερτόριο έχει σημασία κι ότι τα σημαντικά έργα διαθέτουν πάντα ευρεία βάση απήχησης. Η βραδιά ξεκίνησε με το «Κοντσέρτο για πιάνο, αρ. 24» του Μότσαρτ.
Το έργο παίχτηκε με μεγάλο κλιμάκιο της ΚΟΑ αποτελούμενο από περίπου 40 έγχορδα και σε σύγχρονο, μεγάλο πιάνο, επιλογές που διατάραξαν κάπως τις ηχοχρωματικές ισορροπίες του ορχηστρικού ήχου –τα πνευστά καλύπτονταν από τα έγχορδα– και ενέγραψαν την εκτέλεση εκτός του πεδίου της ιστορικής ερμηνευτικής. Σολίστας ήταν ο Γιώργος-Εμμανουήλ Λαζαρίδης.
Παρ’ ότι το παίξιμο του 40χρονου Θεσσαλονικιού πιανίστα ήταν ελεύθερο λαθών, λυρικό, με καθαρή άρθρωση και λαμπερό ήχο, έλειψαν το στιλιζαρισμένο πλάσιμο, η ελαφράδα και η κομψότητα της φραστικής, το σφιχτό, ακριβές, αβίαστο δέσιμο πιάνου-ορχήστρας επάνω στο σταθερών ταχυτήτων συνεκτικό υπόβαθρο.
Γενικώς, η ανάγνωση έπασχε από έλλειψη ιδιαίτερου χαρακτήρα και αστοχία εκφραστικών μεγεθών, τείνοντας υφολογικά προς τον Μπετόβεν και τον Σοπέν παρά προς τον Μότσαρτ.
Η συναυλία ολοκληρώθηκε με τη «Συμφωνία αρ.7, του Λένινγκραντ» του Σοστακόβιτς, μουσικό μνημείο ηρωικών στιγμών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Καλά και διεξοδικά προετοιμασμένη, η εκτέλεση άφησε άριστες εντυπώσεις. Ο έμπειρος, ευφυής Γερμανός αρχιμουσικός –ευρέως γνωστός από την πλούσια δισκογραφία του στη CPO– άντλησε από τους Ελληνες μουσικούς τη βέλτιστη ποιότητα ανταπόκρισης.
Το σταθερά και επακριβώς συντονισμένο σώμα των εγχόρδων απέδωσε εύπλαστα και με ευγενές πάθος τις πλατιές, εκτενείς, συγκινησιακά υπερφορτισμένες φράσεις πατριωτικής ρητορείας και σπαρακτικού πένθους. Τα ξύλινα πνευστά –όμποε, κλαρινέτο, φλάουτα, φαγκότο, αγγλικό κόρνο– θαυματούργησαν στα ακραίως εκτεθειμένα, εκτενή, λυρικά σόλι αλλά και στις ιδιαίτερες διατυπώσεις γκροτέσκου και σαρκασμού.
Σε ένα έργο με τεράστιο εύρος ηχητικών και εκφραστικών εντάσεων, ο Μπέερμαν οικονόμησε αριστοτεχνικά τις απαιτητικές ισορροπίες δυναμικής και υποστήριξε ευφυώς και ευαίσθητα όλες τις όψεις του γεμάτου διακυμάνσεις πληθωρικού συναισθήματος που διαποτίζει απ’ αρχής μέχρι τέλους την απερίφραστα πατριωτική μουσική του Σοβιετικού Σοστακόβιτς.
