Ενα μοναδικά απολαυστικό λυρικό γκαλά έδωσαν στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής δύο κορυφαίοι, ακμαίοι τραγουδιστές με διεθνή παρουσία: ο Δημήτρης Πλατανιάς και η Λιουντμίλα Μοναστίρσκα. Τους δύο μουσικούς συνόδευσε η ΚΟΑ υπό τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Μεγάρου Μουσικής Μίλτο Λογιάδη (1/12/2018). Ο Ελληνας βαρύτονος από την Καλαμάτα και η Ουκρανή δραματική υψίφωνος κινήθηκαν στο ρεπερτόριο όπου κατ’ εξοχήν διαπρέπουν και τραγούδησαν αποκλειστικά άριες από ιταλικές όπερες.
Παρ’ ότι δίχως εκπλήξεις όσον αφορά το ρεπερτόριο, το γενναιόδωρο ρεσιτάλ τους στην κατάμεστη αίθουσα του ΜΜΑ άφησε άριστες εντυπώσεις κυρίως, όμως, λειτούργησε ως σπάνιο, επιβεβαιωτικό παράδειγμα ιδανικής ζωντανής σύμπραξης δύο λυρικών φωνών εξαιρετικών κάθε από άποψη. Τις άριστες εντυπώσεις ενέτεινε το θαυμάσιο παίξιμο της ΚΟΑ υπό τον Μίλτο Λογιάδη σε πλήρη εγρήγορση να διαπλάθει ένα συνολικό ακρόαμα σφριγηλό, δραματικά ζωντανό, μελωδικά εύπλαστο, με καλοεπεξεργασμένες λεπτομέρειες.
Το πρώτο μέρος αφιερώθηκε στον Βέρντι και ξεκίνησε με την Εισαγωγή από τον «Σικελινό εσπερινό». Το δεύτερο αφιερωμένο στους Μασκάνι, Πουτσίνι, Λεονκαβάλο και ξεκίνησε με το ορχηστρικό ιντερμέδιο από τον «Φίλο Φριτς». Οι δύο τραγουδιστές απέδωσαν εναλλάξ από τρεις άριες ο καθένας και συνέπραξαν σε δύο εκτενή ντουέτα.
Αξιοποιώντας στο έπακρο την ιδανικά βερντιανή -μεγάλη, ώριμη, σήμερα πιο θερμή- φωνή του, ο 47χρονος Πλατανιάς ερμήνευσε με ευγένεια και ελεγχόμενο, εσωτερικό πάθος άριες από τον «Ερνάνη», τον «Στιφέλιο» (μεθυστικά συναρπαστική καμπαλέτα!) και τους «Παλιάτσους».
Αντίστοιχα έκδηλη άνεση, αριστοκρατική αυτοπεποίθηση, άριστο έλεγχο και άρτια τεχνική διέθετε η 43χρονη Μοναστίρσκα όταν τραγούδησε με την τεραστίου μεγέθους και εύρους, πολυτελούς χροιάς φωνή της άριες από τον «Μάκβεθ», την «Τόσκα» και τη «Μανόν Λεσκό». Οι δύο μαζί συνέπραξαν σε συναρπαστικές ερμηνείες των ντουέτων από τον «Ναμπούκο» (Αμπιγκαΐλε-Ναμπούκο) και την «Καβαλερία ρουστικάνα» (Αλφιο-Σαντούτσα). Ανταποκρινόμενοι στο ενθουσιώδες, επίμονο χειροκρότημα του κοινού οι δύο τραγουδιστές απογείωσαν την απόλαυση προσφέροντας εκτός προγράμματος το εκτενές, φλογερό ντουέτο Λεονόρας-Μανρίκο από τον βερντιανό «Τροβατόρε».
A-Round Bach: Πριν και μετά τις «Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ»
Στις 24/11/2018, στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» του κρατικού Μεγάρου Μουσικής, ο αριστοτέχνης σολίστας Κωνσταντίνος Ράπτης πρόσφερε μια πολύ ιδιαίτερη βραδιά κατά την οποία επιβεβαίωσε έμπρακτα το πόσο η παρουσία του ακορντεόν στο πεδίο της σοβαρής μουσικής είναι δικαιωματική.
Ταυτόχρονα ο πασίγνωστος, ποικίλος, έντονος, συντελεσμένος και πολύ στενός συσχετισμός του ήχου και της παρουσίας του οργάνου αυτού στο πεδίο της αστικής χρηστικής μουσικής προσέδωσε στο ρεπερτόριο που ακούσαμε μιαν ευπρόσδεκτα αιρετική απόχρωση! Συγκεφαλαιώνοντας θα έλεγα ότι η βραδιά διέθετε διπλό ενδιαφέρον: τόσο από άποψη καθαρά μουσικοϊστορική όσο και από άποψη ρεπερτορίου.
Στο πρώτο μέρος ο Ράπτης συνέπραξε με τον φλαουτίστα Δημήτρη Κούντουρα. Συνδυάζοντας τον πολυφωνικό ήχο του ακορντεόν με αυτόν του φλάουτου με ράμφος, οι δύο μουσικοί έπαιξαν «Κανόνες» των Γκιγιόμ ντε Μασό, Ματέο ντι Περούτζια και Γιοχάνες Βάλτερ εναλλάξ προς αποσπάσματα από την 14μερή σύνθεση «Ερτς» του σύγχρονου Φινλανδού συνθέτη Γιούκα Τιένσου. Η τελευταία γράφτηκε το 2006 κατά παραγγελία του γνωστού Γερμανογιουγκοσλάβου ακορντεονίστα Ντένις Πάτκοβιτς και προορίζεται να παίζεται ανάμεσα στις «32 Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ» του Μπαχ, όπερ και έγινε κατά την πρώτη παρουσίασή της στο Τόκιο.
Η αντιπαράθεση, μέσω του «συμφωνικού» ήχου του ακορντεόν, των αρχαϊκών αρμονιών από τον 14ο και τον 15ο αιώνα προς τις σύγχρονες, ερμητικές, ατμοσφαιρικές ακριτομυθίες τού τότε 58χρονου Τιένσου μάς παρέσυρε να βιώσουμε εμπειρικά την τεράστια απόσταση αρμονικής και ηχητικής εξέλιξης ανάμεσα στα δύο ρεπερτόρια.
Ολο το δεύτερο μισό της βραδιάς αφιερώθηκε στην παρουσίαση των «Παραλλαγών Γκόλντμπεργκ» του Μπαχ στο ακορντεόν. Εξοστρακίζοντας κάθε ένσταση για την άρρηκτη σχέση μεταξύ ιστορικού ρεπερτορίου και οργάνων, η εκτέλεση υπήρξε ένας πολλαπλός άθλος: δικαίωσε την επιλογή ως κίνηση διεύρυνσης του ρεπερτορίου –ή, καλύτερα, των ρεπερτορίων!– του ακορντεόν και απέδειξε ξεκάθαρα τις δυνατότητές του ως οργάνου να αποδίδει δίχως εκπτώσεις τη συνθετότητα της πολυφωνικής γραφής του Μπαχ ενώ, ταυτόχρονα, διατηρεί στο 100% την αισθητική ιδιοφωνία του. Τέλος, ανέδειξε το εξαιρετικό επίπεδο τεχνικής και τη βαθιά μουσικότητα του εκτελεστή.
