Γνωστή με το προσωνύμιο «Τραγούδι της νύχτας», η «Συμφωνία αρ.7» (1904/5) του Μάλερ είναι αναμφίβολα μια από τις πιο περιπετειώδεις και ενδιαφέρουσες συνθέσεις του Βοημού δημιουργού, ταυτόχρονα, όμως θεωρείται και ένα από τα άνισα κομμάτια της εργογραφίας του. Εντεταγμένη στο πλαίσιο του «Κύκλου Μάλερ», η εκτέλεσή της από την ΚΟΑ υπό τον Ούρος Λάγιοβιτς στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής άφησε μέτριες εντυπώσεις (2/11/2018).
Τον Σλοβένο αρχιμουσικό έχουμε επανειλημμένα ακούσει να διευθύνει την ΚΟΑ (16/1/2015, 4/11/2016) αποκομίζοντας άριστες εντυπώσεις, ωστόσο η αναμέτρησή του με τον Μάλερ αποδείχτηκε απογοητευτική. Οι αιτίες γι’ αυτό, πολλές: κατ’ αρχάς ο μέτρια καλλιεργημένος, συνολικός ήχος των Ελλήνων μουσικών, επίσης ο περιορισμένος χρόνος δοκιμών και, πιθανότατα, η αντίληψη της μουσικής του συνθέτη από τον αρχιμουσικό.
Ασυζητητί έμπειρος, ο σήμερα 74χρονος Λάγιοβιτς επένδυσε ιδιαίτερα στο να σταθμίσει ισορροπημένα τις συνολικές δυναμικές της τεράστιας ορχήστρας. Το πέτυχε γενικώς καλά, εξασφαλίζοντας πρωτίστως ότι τα χάλκινα πνευστά δεν θα έπνιγαν το σώμα των εγχόρδων, παρ’ ότι υπήρξαν στιγμές που ο υπερμεγέθης ήχος γινόταν δυσάρεστα επιθετικός. Επίσης η σύμπραξη όλων των επιμέρους ομάδων οργάνων ήταν γενικώς καλή: τα έγχορδα έπαιξαν εστιασμένα, τα ξύλινα και τα χάλκινα πνευστά απέδωσαν καλά και δίχως λάθη στις συχνές σολιστικές συνεισφορές τους.
Το κύριο μειονέκτημα της εκτέλεσης ήταν οι γενικώς χαμηλές ταχύτητες. Ειδικά στο τεράστιο, σύνθετης δραματουργίας εναρκτήριο μέρος, αυτό έκανε τη μουσική να εκτυλίσσεται υπερβολικά άτολμα και εκ του ασφαλούς, σε αργή κίνηση, λύοντας τον ειρμό, αποδυναμώνοντας εσωτερικές αντιθέσεις/μεταπτώσεις ταχυτήτων, ορμητικές εκκινήσεις και ωστικής δύναμης εμβατηριακές ενότητες.
Πρόσθετη συνέπεια αυτών ήσαν η ανεπαρκώς γλαφυρή οργάνωση της μουσικής ροής και ο ελλιπής διαχωρισμός παραγράφων και υποπαραγράφων -υπονομευτικός για την πολυώροφη μουσική δραματουργία του Μάλερ!- καθώς επίσης η υποτονική ανάδειξη των διαφορετικών διαθέσεων. Αντίθετα, αυτή η αργή διεύθυνση λειτούργησε αποσυμφορητικά για το ιδιαίτερα μπουκωμένης γραφής καταληκτικό μέρος, επιτρέποντας -παρά την ατίθαση επέλαση των ντεσιμπέλ- να αναδυθούν λεπτομέρειες που διαφορετικά χάνονται.
Συγκεφαλαιωτικά καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι, ενδεχομένως με σπάνιες εξαιρέσεις υπό πολύ ικανούς αρχιμουσικούς, η ΚΟΑ είναι καλύτερα να μην αναμετριέται με τη μουσική του Μάλερ…
