Το μοναδικό «Κοντσέρτο για πιάνο» του Μανώλη Καλομοίρη είχε ως επίκεντρο ενδιαφέροντος η πρώτη συναυλία του «Κύκλου Φραντς Λιστ», που έδωσε η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών (ΦΟΑ) υπό τον Βύρωνα Φιδετζή στο Μέγαρο Μουσικής (16/10/2018).
Γραμμένη στο τέλος του Μεσοπολέμου, η συγκεκριμένη σύνθεση είναι αντιπροσωπευτική της πληθωρικής –ανοικονόμητης θα λέγαμε!- εκφραστικής γραφής του ηγέτη της Ελληνικής Εθνικής Σχολής: πλατειάζει, είναι μορφολογικά ασαφής, ρέπει σε παρατεταμένες, υπερφορτισμένες κορυφώσεις, γέμει «εθνικών» και «ανατολίτικων» μελωδικών διατυπώσεων. Από την άλλη, όταν παιχτεί τελειοθηρικά και, κυρίως, με ιδιαίτερο έλεγχο στον συντονισμό των επιμέρους ομάδων και στις δυναμικές της ορχήστρας ώστε να εξασφαλιστούν μέγιστη δυνατή ηχητική διαφάνεια και ισορροπία, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μαγευτικό. Αυτό ακριβώς –και επιτέλους!– συνέβη στη συγκεκριμένη συναυλία: δικαιώνοντας τον (δύσκολο) δημιουργό.
Η αίσθηση της λασπερής, «μπουκωμένης» καλομοιρικής γραφής αντικαταστάθηκε από έναν διεγερτικό, οργασμικό πλούτο συμφωνικής ενορχήστρωσης γεμάτης οριενταλίζοντες, εθνικοσχολικούς γλυκασμούς και αριστοτεχνικές, ριψοκίνδυνες ρυθμικομελωδικές πυκνώσεις, ο ανενδοίαστα ανατολικοευρωπαϊκός χαρακτήρας της νεορομαντικής γραφής με τις εμπρεσιονίζουσες επιγεύσεις αναδείχτηκε πεντακάθαρα. Ομοίως το περίφημο, συχνά ιδεολογικά δυσφημισμένο «ελληνικό» χρώμα προβλήθηκε ιδανικά μέσα από τη δεξιοτεχνική αναδιατύπωση του δημοτικού τραγουδιού «Ο Λύγκος ο λεβέντης, ο αρχιληστής», αναδίδοντας μιαν ηρωική/επική αίσθηση.
Διόλου περιέργως το καλομοιρικό κοντσέρτο βρήκε στα δάχτυλα του επίσης πληθωρικού Βασίλη Βαρβαρέσου έναν ιδανικό ερμηνευτή, αφού το σκληρό, άγρια δυναμικό, επιθετικά μεγαλόφωνο αλλά συνάμα δίχως εκπτώσεις δεξιοτεχνικό παίξιμό του δάμασε άνετα και με ανήμερο αθλητικό σφρίγος τα μεγέθη της γραφής και αναμετρήθηκε επιτυχώς με την ορχήστρα-μαμούθ! Επιπλέον, τέλεια προετοιμασμένη από τον έμπειρο καλομοιρικό ερμηνευτή Βύρωνα Φιδετζή, η ΦΟΑ –πρώτης τάξης σύνολο!- πρόσφερε μια άριστα προετοιμασμένη εκτέλεση, με ζηλευτά σφιχτοεστιασμένο ήχο εγχόρδων!
Ηδη αναρτημένη στο διαδίκτυο η θαυμάσια ζωντανή ηχογράφηση ηχεί καλύτερα απ’ ό,τι την ακούσαμε ζωντανά και είναι διαθέσιμη για όλους. Η συναυλία περιλάμβανε επίσης τρία από τα σπανιότερα παιζόμενα συμφωνικά ποιήματα του Λιστ: τη «Νυχτερινή πομπή, S.110» εμπνευσμένη από τον «Φάουστ» του Λέναου, τη «Συμφωνία των βουνών, S.95» και την «Ουγγαρία, S.103». Εργα στη ρίζα του DNA της ρομαντικής γραφής, τα οποία σήμερα μας γοητεύουν κυρίως για τα γονίδια που μοιράζονται με τον Βάγκνερ, δόθηκαν άριστα, με ιδιαίτερη φροντίδα στις ατμόσφαιρες και ακρίβεια στις εναλλαγές των διαθέσεων.
Ρεσιτάλ στον «Παρνασσό»
Ο Βασίλης Βαρβαρέσος είναι αναμφίβολα ένας από τους καλύτερους, ακμαίους Ελληνες πιανίστες. Με αφορμή την κυκλοφορία του καινούργιου δίσκου του με τίτλο «V for Valse» από τη γαλλική εταιρεία Aparté, ο 35χρονος Θεσσαλονικιός έδωσε στον «Παρνασσό» ένα πολύ ενδιαφέρον ρεσιτάλ με συνθέσεις των Μπετόβεν, Σούμαν, Σούμπερτ/Λιστ, Λιστ, Σκριάμπιν και Ραβέλ (9/10/2018). Τελειοθηρικά φινιρισμένες, ελεύθερες λαθών, θεαματικά, λαμπερά και κυρίως εξωστρεφώς αριστοτεχνικές, με αδιαπραγμάτευτα ισχυρό, παντού αισθητό προσωπικό στίγμα, οι ερμηνείες του συνάρπασαν το ακροατήριο˙ ταυτόχρονα, όμως, προβλημάτισαν.
Απ’ αρχής μέχρι τέλους, το παίξιμό του διεπόταν από έναν εξτρεμιστικό εκφραστικό μαξιμαλισμό: υπερβάλλουσα έμφαση στην υπογράμμιση διαθέσεων αλλά και αντιθέσεων δυναμικής, που ωθούνταν συστηματικά στα άκρα στις εξάρσεις, υπερεπένδυση στη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση παραγράφων με δεξιοτεχνικές απαιτήσεις. Ως συνέπεια, οι ερμηνείες αλλοίωναν/επισκίαζαν τον κυρίαρχο χαρακτήρα κάθε έργου και, συχνά, διερρήγνυαν εκ των έσω τον μουσικό ειρμό. Η εναρκτήρια «Σονάτα του Αποχαιρετισμού» του Μπετόβεν παίχτηκε με ακραία τονισμένες τις αντιθέσεις δυναμικής και ταχυτήτων, με τίμημα την υπονόμευση της ενότητας και της συνέχειας του μουσικού ειρμού.
Το δεύτερο μισό του προγράμματος ήταν αφιερωμένο σε βαλς. Εδώ, τόσο το περίφημο «Βαλς του Μεφιστοφελή αρ.1» του Λιστ, όσο και το χορογραφικό «Βαλς» του Ραβέλ, σύνθεση αντιπροσωπευτική της ατμοσφαιρικής γραφής του λεγόμενου μουσικού εμπρεσιονισμού, δόθηκαν με ακραία αγριότητα και συστηματικά πρόωρες εξαντλήσεις των κορυφώσεων δυναμικής, επιφέροντας εντέλει διάλυση του μουσικού ειρμού.
Ασυζητητί όχι βεβιασμένα ήχησαν το από μόνο του νευρώδες, γεμάτο συνεχείς μεταπτώσεις «Καρναβάλι της Βιέννης» του Σούμαν και, βεβαίως, τα πιο λυρικά, χαμηλόφωνα κομμάτια όπως το «Βαλς» έργο 38 του Σκριάμπιν και το «Soirée de Vienne αρ.7» των Σούμπερτ/Λιστ.
