Καταφανώς μέτρια –για προφανείς και όχι μόνον λόγους– ήταν η εναρκτήρια συναυλία της νέας περιόδου 2018/19 που έδωσε η ΚΟΑ στο Μέγαρο Μουσικής υπό τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Στέφανο Τσιαλή (5/10/2018). Υπό τον τελικώς αναντίστοιχο τίτλο «Ο Σκαλκώτας και οι σύγχρονοί του» το πρόγραμμα περιλάμβανε το πρώτο έργο του Αντον Βέμπερν, ενός εκ των συνθετών της Β’ Σχολής της Βιέννης, γραμμένο το 1904, ένα ώριμο έργο του Νίκου Σκαλκώτα γραμμένο στην Αθήνα το 1947 και ένα διεθνώς δημοφιλές, καθαρόαιμα ρομαντικό έργο της τσέχικης εθνικής σχολής.
Αν υποτεθεί ότι η συνακρόαση των τριών έργων στόχευε να καταδείξει συγγένειες, συνάφειες, συσχετισμούς, αυτό δύσκολα θα ήταν επιτεύξιμο με τέτοια αντιπαράθεση έργων… Επιπλέον, παρ’ ότι η συναυλία διέθετε αναμφίβολα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η ποιότητα των εκτελέσεων υπονομεύτηκε συνολικά και συνεχώς από ατιθάσευτα υψηλές δυναμικές που γενικώς συσκότιζαν και θόλωναν τη δομή της μουσικής, καθιστώντας την πρόσληψη και κατανόησή της –πρωτίστως στον οριακά πυκνογραμμένο Σκαλκώτα– δύσκολη.
Η βραδιά ξεκίνησε με την «Πασακάλια» του Αντον Βέμπερν, ιδιαίτερα ενδιαφέρον έργο στο μεταίχμιο ρομαντικής παράδοσης και μοντερνισμού, που δόθηκε βίαια, δίχως φροντίδα για διαύγεια στην απόδοση του μουσικού συντακτικού και, κυρίως, με εκκωφαντικές δυναμικές στις εξάρσεις.
Ο ανεξάντλητος Νίκος Σκαλκώτας
Ακολούθησε αμέσως η περίφημη «Κλασική Συμφωνία» του Νίκου Σκαλκώτα, σύνθεση για τεράστιο σύνολο πνευστών, άρπες και κοντραμπάσα, που οι πιο ψαγμένοι φιλόμουσοι γνωρίζουν από τη δισκογραφική έκδοσή της σε CD με την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ υπό τον Σιγκαπουριανό αρχιμουσικό Τσου Χούι (1997), σήμερα πια διαθέσιμη μόνον σε διαδικτυακή ανάρτηση. Η ζωντανή παρουσίασή της από την ΚΟΑ, που έχει στις τάξεις της ασυζητητί τους καλύτερους μουσικούς χάλκινων και ξύλινων πνευστών στην Ελλάδα, υπήρξε όλως ευπρόσδεκτη.
Πρόσφερε την ευκαιρία να ξανασυναντηθούμε με το ύστερο σκαλκωτικό έργο, βιώνοντας σε πραγματικό χρόνο το ξετύλιγμα της εξεζητημένα πολυσυλλεκτικής, πλην αριστοτεχνικά καλοδομημένης γραφής του. Πολλαπλών στιλιστικών, μορφολογικών αλλά και εξωμουσικών αναφορών (κλασική, μοντερνισμός, τζαζ, ελληνικό και γερμανοαυστριακό φολκ), με θαυμαστά βαθύ στίγμα, η γραφή του Χαλκιδαίου συνθέτη συνομιλεί εδώ με ολόκληρη την ιστορία της ευρωπαϊκής μουσικής φέρνοντας σε διάλογο ένα μοναδικού πλούτου ρυθμικομελωδικό υλικό.
Παλινδρομώντας πνευματωδώς ανάμεσα στον πειρακτικά πομπώδη χαρακτήρα μιας τευτονικού στίγματος σερενάτας, στη θορυβώδη, εξωστρεφή ευφορία της χρηστικής μουσικής του κεντροευρωπαϊκού Μεσοπολέμου και σε υφέρπουσας μελαγχολίας ακούσματα που αντλούσαν από το ιδίας επεξεργασίας εθνικοσχολικό εκφραστικό απόθεμα των «36 Ελληνικών Χορών», η «Κλασική Συμφωνία» λειτουργεί ως –ελληνικής υπογραφής!- επιβεβαίωση της ισχυρής υποδόριας συνοχής του ευρωπαϊκού μουσικού πολιτισμού.
Και πάλι, μετά το τέλος της ακρόασης απέμενε κανείς να αναλογίζεται ποια θα ήταν η εξέλιξη της ελληνικής σοβαρής μουσικής μεταπολεμικά αν αυτά τα εξεζητημένα έργα του Σκαλκώτα είχαν ακουστεί και ενταχθεί στο ρεπερτόριο των κρατικών μας ορχηστρών και είχαν διοχετεύσει τα γονίδιά τους στους επιγενόμενους… Κλείνοντας, ας προσθέσουμε ότι στην πρωτεύουσα της Γερμανίας ο πολύς Ντάνιελ Μπάρνμποϊμ μόλις ξεκίνησε μια ολόκληρη σεζόν αφιερωμένη στο έργο του «δικού μας» Σκαλκώτα!
Ο βετεράνος τσελίστας Γκερινγκάς
Το δεύτερο μέρος της συναυλίας κάλυψε το «Κοντσέρτο για τσέλο» του Ντβόρζακ. Σολίστας ήταν ένας εξαίρετος βετεράνος μουσικός, ο Λιθουανός Νταβίντ Γκερινγκάς, μαθητής του Ροστροπόβιτς. Απολύτως αξιόμαχος, ώριμος μουσικός, αριστοτέχνης και έμπειρος κάτοχος της αισθητικής της μουσικής που έπαιζε, ο 72χρονος τσελίστας πρόσφερε μια μοναδικά απολαυστική ανάγνωση, διαποτισμένη με ευγένεια συναισθήματος άλλων καιρών, που είχαμε πολύ καιρό να συναντήσουμε.
Μόνη επιφύλαξη υπήρξε ο κάπως ασθενής, βραχνός ήχος του οργάνου του. Καθοδηγώντας αδιαπραγμάτευτα και με φανερή αυτοπεποίθηση την εκτέλεση, χάρισε φανερά αβίαστο αλλά ουδέποτε ρουτινιάρικο παίξιμο, το πλάσιμο της φραστικής του διέθετε ακρίβεια και προσεγμένο, καλαίσθητο φινίρισμα, οι διάλογοί του με την ορχήστρα –όταν, βεβαίως, οι τραχιές, ακατέργαστες δυναμικές της δεν τον καταπλάκωναν!- ξετυλίγονταν με θαυμαστή σιγουριά και αθλητικό σφρίγος.
Περισσότερο γερμανική, ταιριαστή στον Γιοχάνες Μπραμς, παρά στην πιο νευρώδη και ανάλαφρη τσεχική μουσική, η διεύθυνση του Στέφανου Τσιαλή προσπέρασε αρκετές από ειδοποιές χάρες της γραφής του Αντονίν Ντβόρζακ, όπως οι τονισμένες εναλλαγές μυώδους δράσης και αισθαντικά χαλαρών παραγράφων ή ο ελαστικός, χορευτικής ελαφράδας παλμός του τελικού μέρους.
