Ηθελε να σπάσει κάθε ταμπού. Να γίνει τρανός. Να τον ταυτίζεις αυτομάτως και με τις δύο πατρίδες του. Ηξερε να μετρά τα λόγια του με το σταγονόμετρο αλλά να προκαλεί θύελλες συναισθημάτων. Είχε τη μαγική συνταγή να γράφει θλιμμένα τραγούδια και την τόλμη να αγγίζει θέματα ταμπού. Ασχημούλης, κοντούλης, δειλός και με φωνή που κρύσταλλο δεν τη λες, ο Σαρλ Αζναβούρ νίκησε τα στερεότυπα και κατέκτησε ό,τι κι αν επιθύμησε.
Με μια καριέρα που διήρκεσε εβδομήντα χρόνια και τον κράτησε όρθιο κυριολεκτικά ώς τη στιγμή που άφησε την τελευταία του πνοή, ο λατρεμένος παππούς του γαλλικού τραγουδιού έγραψε περισσότερα από 1.300 τραγούδια, γύρισε καμιά 60αριά ταινίες -κάποιες μάλιστα υπό τις οδηγίες των Σαμπρόλ («Τα φαντάσματα του καπελά»), Τριφό («Πυροβολήστε τον πιανίστα»), Σλέντορφ («Το ταμπούρλο»), Εγκογιάν («Αραράτ»)-, ηχογράφησε πάνω από 90 άλμπουμ, πούλησε περισσότερα από 100 εκατομμύρια δίσκους, τραγούδησε σε έξι γλώσσες, έδωσε χιλιάδες συναυλίες σε 82 χώρες, έκανε ντουέτα με τους Ελτον Τζον, Sting, Παβαρότι, Λάιζα Μινέλι, επιτέλεσε σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο και ανθρωπιστική δράση στην Αρμενία, παντρεύτηκε τρεις φορές, απέκτησε έξι παιδιά.
Η τελευταία σελίδα μιας ζωής γεμάτης ευτυχία και διακρίσεις σε όλα τα επίπεδα γράφτηκε το βράδυ της Κυριακής που ο μεγαλύτερος εν ζωή Γάλλος τραγουδιστής πέθανε σε ηλικία 94 ετών. Βρισκόταν στο σπίτι του στη Νότια Γαλλία κι είχε μόλις επιστρέψει από περιοδεία στην Ιαπωνία. «Ο Σαρλ Αζναβούρ ήταν βαθιά Γάλλος, βαθιά συνδεδεμένος με τις αρμενικές του ρίζες και γνωστός σε όλο τον κόσμο. Εχει συνοδεύσει τις χαρές και τον πόνο τριών γενεών», ανέφερε στο σημείωμά του ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν.
Ο Αζναβούρ, ο Γάλλος Φρανκ Σινάτρα για πολλούς, ήταν η διεθνής εικόνα της Γαλλίας. Το πιο επιτυχημένο είδωλο μιας γενιάς που δοκιμάστηκε από τη μετανάστευση, αλλά κατάφερε όχι μόνο να ενταχθεί στην κοινωνία και να ασπαστεί πλήρως τις θεμελιώδεις αξίες της γαλλικής δημοκρατίας αλλά να γίνει το απόλυτο σύμβολό της. Από μια άποψη, λοιπόν, υπήρξε πρόδρομος μιας νέας πραγματικότητας για την Ευρώπη και μιας ολόκληρης μουσικής σκηνής που -αργότερα- άνθησε αγκαλιάζοντας την πολυπολιτισμικότητα.
Στιχουργός που καθόρισε τη γαλλική ποπ κουλτούρα, ο Αζναβούρ κατάλαβε νωρίς πως η τέχνη δεν αντέχει τους δειλούς. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Guardian, τη δεκαετία του 1940 που ξεκίνησε να γράφει «οι άνθρωποι έκαναν σεξ μόνο στο σκοτάδι. Οι γυναίκες μπορούσαν να οδύρονται για την προδοσία, αλλά οι άνδρες απαγορευόταν να τραγουδούν για τη συναισθηματική απελπισία τους».
Εκείνος αντιθέτως έστρεψε τους προβολείς στην ψυχή όλων ανεξαιρέτως και φώτισε με τους στίχους του θέματα-ταμπού όπως η λίμπιντο, η κατάθλιψη, το φύλο, οι προκαταλήψεις, ο βιασμός. Μέχρι που έγραψε και την απόλυτη ερωτική μπαλάντα «She» (1974). Οπως έλεγε κι ο Ζαν Κοκτό: «Πριν από τον Αζναβούρ η απόγνωση ήταν αντιδημοφιλής».
Στις 22 Μαΐου 1924 στην καρδιά του Σαν Ζερμέν γεννήθηκε το μικροσκοπικό αγοράκι αρμενικής καταγωγής που βαφτίστηκε Σανούρ Βαγινάκ Αζναβουριάν. Ηταν γιος του Μικαέλ Αζναβουριάν, βαρύτονου από την Τιφλίδα, και της ηθοποιού Κναν Μπαγδασαριάν από την Τουρκία. Από εκείνους κληρονόμησε τη μανία για την τέχνη που τον ώθησε να εγκαταλείψει το σχολείο στα 9.
Την περίοδο της γερμανικής κατοχής μπαινόβγαινε τραγουδώντας στα καμπαρέ, ενώ οι γονείς του έκαναν αντίσταση κρύβοντας Εβραίους και κομμουνιστές στο διαμέρισμά τους. Αδιαμφισβήτητα εκείνη που τον βούτηξε από τις μικρομεσαίες σκηνές και τον ανέβασε επίπεδο ήταν η μετέπειτα λατρεμένη του φίλη Εντίθ Πιαφ που το 1946 τον άκουσε να τραγουδά κι απαίτησε να τη συνοδεύσει στην περιοδεία της στην Αμερική. «Ημασταν σαν ξαδέρφια. Της χάρισα τα νιάτα, την τρέλα, την τζαζ πλευρά μου που αγαπούσε», είπε στον Guardian το 2015 αποκαλύπτοντας πως εκείνη τον συμβούλεψε να κάνει πλαστική στη μύτη, κι όταν μετά την επέμβαση συναντήθηκαν σχολίασε: «Τελικά σε προτιμούσα πριν».
Εκείνη βέβαια μπορούσε να καλαμπουρίζει μαζί του γιατί ήξερε πως ανά πάσα στιγμή μπορούσε με ευκολία να βγάλει από την τσέπη του κομμάτια που θα έγραφαν Ιστορία, όπως τα «La Boheme», «La Mamma», «Emmenez-moi», «Hier encore», «Et pourtant», «On n’a plus quinze ans», «Je m’voyais déjà», «Ay! Mourir pour toi», «Il Faut Savoir», «For Me, Formidable». «Η πρώτη μεγάλη αφίσα με το πρόσωπό μου είχε 10 μέτρα ύψος και τοποθετήθηκε δίπλα στο Moulin Rouge. Οι γονείς μου πήγαιναν και τη χάζευαν με περηφάνια. Αλλά όταν έρχονταν στις μουσικές σκηνές δεν με χειροκροτούσαν. Στις οικογενειακές μας σχέσεις κυριαρχούσε πάντα η σεμνότητα», εξομολογήθηκε πριν από λίγα χρόνια στη Le Monde.
Και τι ειρωνεία, μόλις την Παρασκευή έδωσε την τελευταία του συνέντευξη στη γαλλική τηλεόραση δηλώνοντας ξεκάθαρα: «Δεν μπορώ να ζήσω αν δεν τραγουδώ. Μόνο στη σκηνή είμαι χαρούμενος», είπε και δεσμεύτηκε να πεθάνει αφού συμπληρώσει τα 100. Αλλά την Κυριακή το βράδυ, πάτησε τον όρκο του και κατέβασε την αυλαία σε μια ολόκληρη εποχή που, κακά τα ψέματα, εκείνος πριν από 70 χρόνια τής έβαλε τα θεμέλια.
