Μια παρτιτούρα-πρόκληση με υψηλές μουσικές και φωνητικές απαιτήσεις. Μια εξαντλητική σκηνική μουσική για δεκαεξαμελή γυναικεία χορωδία, έναν βαρύτονο στον ρόλο του Διόνυσου και 9μελή ορχήστρα πνευστών και κρουστών.
Ενα έργο το οποίο ανέβηκε μία φορά το 1993 στο Λονδίνο αλλά δεν έχει ηχογραφηθεί ποτέ. Ενας ερμηνευτικός άθλος, οι «Βάκχαι» του Ιάννη Ξενάκη έκαναν χθες πρεμιέρα στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο ΚΠΙΣΝ και σήμερα δίνεται η δεύτερη και τελευταία παράσταση. Σκηνοθετεί ο Γιάννος Περλέγκας, διευθύνει ο Νίκος Βασίλειου – που υποδύεται και τον Πενθέα.
«Το ζήτημά μου δεν είναι να προκαλέσω τον ακροατή, αλλά τον ίδιο μου τον εαυτό. Αυτό είναι το πιο δύσκολο πράγμα, που πρέπει να κατανοήσει και να κάνει κάποιος. Οχι να άγεται και να απορροφάται από την επιτυχία, την πιθανή σκέψη της επιτυχίας ή του πλουτισμού από την επιτυχία της μουσικής του» έλεγε ο Ιάννης Ξενάκης που συνέθεσε το έργο κατόπιν παραγγελίας του Opera Factory του Λονδίνου και έκτοτε δεν το είδε να ανεβαίνει πουθενά αλλού.
Ανυπέρβλητο εμπόδιο για τη σκηνική τύχη του έργου είναι η τερατώδης δυσκολία της φωνητικής και μουσικής εκφοράς του κειμένου που επιβάλλει ο συνθέτης στις γυναίκες χορωδούς των Βακχών. Ο υπερβατικός δημιουργός για άλλη μια φορά ζητάει από τους ερμηνευτές του το αδιανόητο: να εννοήσουν, μέσα από ένα τελείως αμοτιβικό μουσικό κείμενο στα ερασμιακά, τον λόγο του Ευριπίδη.
Στο πρώτο πανελλήνιο ανέβασμα την πρόκληση ανέλαβε ο Γιάννος Περλέγκας, από τους πιο ανήσυχους σκηνοθέτες της γενιάς του. «Από τη στιγμή που καλείσαι ως σκηνοθέτης να παρουσιάσεις μια παραστάση φόρμα του έργου, κι όχι απλώς μια συναυλία, αρχίζεις και ψάχνεις πώς θα αποδώσεις σκηνικά τη βασική σύγκρουση του έργου, φυσικά μέσα από “ξενακικούς” όρους, κι όχι με τους λεκτικούς όρους του θεάτρου. Οι Βάκχες ήταν το τελευταίο έργο για τον Ευριπίδη και ένα από τα τελευταία του Ξενάκη. Μια διπλή παρακαταθήκη, μια διπλή υπόμνηση της χαμένης πίστης» σημειώνει ο Γ. Περλέγκας.
